top of page
Search

...Κι ο Αδάμ στάθηκε έξω απ' τις πύλες του Παραδείσου κι έκλαψε (απόσπασμα) • Ιωάννης Μουχασίρης

Updated: May 13, 2020


Στο γυρισμό απ’ τα σαραντάμερα, το μάτι του στάθηκε στο μοναχικό αμπέλι που ’γλειφε τη μάντρα του νεκροταφείου. Πρώτη φορά το ’χε προσέξει μετά την κηδεία της μάνας του. Τότε ήταν ξερό και ροζιασμένο σα γέρικο χέρι, ανοικτό, απλωμένο προς τον ουρανό. Τώρα έστεκε περήφανο, καταπράσινο και φορτωμένο με τσαμπιά σταφύλια. Και το αμπέλι μίλησε και του ’πε πως, όσες ρώγες θα κατάφερνε να χωρέσει στη κλειστή του φούχτα, τόσα θα ’ταν τα χρόνια του. Εκείνος μάζεψε κι εναπόθεσε στην ανοιχτή του παλάμη όσες περισσότερες ρώγες μπορούσε να ισορροπήσει και, κλείνοντας με ορμή τα δάκτυλά του, τις ζούληξε όλες μέσα στη χούφτα του! Οι χυμοί άρχισαν να τρέχουν μέσα απ’ τα δάκτυλά του.

Τη μισή αλήθεια για το αν έπραξε σωστά ή όχι την ξέρει ένας γάτος που λιάζεται πάνω σε μια τσίγκινη σκεπή στην αγορά της Φεζ, και την άλλη μισή ένα κολιμπρί που πετά από λουλούδι σε λουλούδι κάπου στον Ορινόκο..., αλλά αυτοί οι δύο δε θα συναντηθούν ποτέ.

 
 
 

Comentários


© Copyright
Subscribe

© 2020 Ioannis Mouhasiris

bottom of page