Ο Αυγινός της Κυριακής, της Κυριακής ο Απόσπερος • Ιωάννης Μουχασίρης
- Ioannis Mouhasiris
- Aug 26, 2020
- 68 min read
Updated: Jan 27, 2021

Ένας μονόλογος για πολλές φωνές
Στα κορίτσια που δεν πρόκαμαν να γίνουν Κυριακή…
Κάθομαι ακίνητη σα στήλη άλατος..., όχι, όχι, σαν παγοκολώνα... Όχι, σαν το Νείλο σε παλιά καρτ-ποστάλ χρωματισμένη με το χέρι, απ’ αυτές που κάποτε επιστήμονες αρχαιοκάπηλοι έστελναν στους συναδέλφους τους πίσω στην Οξφόρδη για να σκάνε απ’ τη ζήλεια τους, καθηλωμένοι εκεί στην παρά φύσιν έδρα τους... Όχι, κάθομαι ακίνητη σα μέλισσα παγιδευμένη σ’ ένα σβόλο κεχριμπάρι˙ σαν αναποφάσιστο ποντίκι μέσα στη ρόδα του˙ σα ρόδο πατικωμένο μέσα σε βιβλίο…, αδιάφορο σε ποιο˙ σα μια ιστορία που δεν έχει προς τα πού να ξεδιπλωθεί... Όχι…, κάθομαι ακίνητη με τα χέρια σηκωμένα, έτσι, σε ανάταση, σαν καθεδρικός δευτερόλεπτα πριν την κατάρρευση. Όχι, όχι... Ναι! Κάθομαι ακίνητη όπως μονάχα εγώ θα μπορούσα, υπακούοντας σε μια φυγόκεντρο προσταγή και στη βαρύτητα ανυπάκουη, πάνω σ’ ένα περιστρεφόμενο σκαμνί! Τα πόδια μου δεν πατούνε γη, είναι κομμένα απ’ τα γόνατα και κάτω, ενώ δύο προσθετικά μέλη σπαρταράνε λίγο πιο πέρα πάνω στις παλιοκαιρισμένες σανίδες του ξύλινου πατώματος, σε παραλλήλους που έχουν χάσει τη λάμψη τους.
Δε φοράω τίποτα, πέρα από μια κόκκινη, αμάνικη μπλούζα. Το δωμάτιο είναι απροσδιορίστου μεγέθους˙ μια φαντάζει απέραντο, μια κελί ασφυκτικό, με τοίχους σαν από φλοιό ξεφλουδισμένου ευκαλύπτου το μεσοκαλόκαιρο. Μπαλώματα μιας αιώνιας ασημοπράσινης Ιεριχούς ξεπροβάλλουν μέσα απ’ τα απομεινάρια αλλεπάλληλων πυρπολημένων τειχών... Τροία, Καρχηδόνα, Νέα Υόρκη…, πιο Νέα Υόρκη. Μαύρο από πάνω το ταβάνι, το μαύρο το αψεγάδιαστο της μήτρας..., εκτός αν δεν υπάρχει καν ταβάνι κι αυτό που δεσπόζει δεν είναι παρά ένας πίσσα ουρανός που απειλεί να στάξει. Δε φαίνεται κάποια πηγή φωτός ή, πιο σωστά, το κάθε τι που διακρίνεται στέκει από μόνο του αυτόφωτο.
Απέναντι, σε μια καπιτονέ πολυθρόνα από ανθρακί βελούδο, βουλιάζει η μητέρα μου. Δεν έχει το δικό της πρόσωπο, αλλά είναι εκείνη, η μάνα μου δίχως τη μητρότητα... ή ίσως η γιαγιά μου – όλοι λένε ότι έμοιαζαν σα δυο σπυριά στάρι μέσα σ’ ένα σακουλάκι κόλλυβα. Κάθεται μαυροντυμένη και μαυροντυμένη πλέκει. Ένα τεντωμένο νήμα, κόκκινο σαν παιγνιδιάρικο αίμα, τρέχει απ’ τις βελόνες της μέχρι την τρέσα της μάλλινης μπλούζας μου˙ απ’ το δικό μου ρούχο αντλεί την πρώτη ύλη για την τέχνη της. Μοιάζει ν’ αγνοεί την ύπαρξή μου, σκυμμένη με προσήλωση πάνω απ’ το πλεκτό της…, ανέκφραστη σαν αλογάκι της Παναγιάς. Δύο ασυγκίνητες μηχανές τα χέρια της, ξιφουλκούν με τόση γρηγοράδα που θολώνει η θωριά τους. Την ίδια στιγμή, η μορφή της λειώνει αργά-αργά σε μία άλλη, διαφορετική. Όσο γραμμή-γραμμή ξηλώνεται η μπλούζα μου από κάτω προς τα επάνω κι εγώ γυμνώνομαι γραμμή-γραμμή, απέναντι, πάνω στα γόνατα της, ένα νέο ρούχο, αντίγραφο του δικού μου, παίρνει σχήμα σιγά-σιγά, σα σε μετάγγιση από δοχείο σε δοχείο. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν ακούγεται κάποιος ήχος ή όχι. Θα έλεγα το πνιχτό γουργουρητό ενός περιστεριού που μια ψυχορραγεί και μια, λίγο πριν σβήσει, θεριεύει και πάλι... Αλλά μπορεί να κάνω και λάθος, αν και τα λάθη της ιστορίας ταιριάζουν απόλυτα στην απεραντοσύνη μιας στιγμής.
Κάθε φορά που το νήμα φτάνει στα πλευρά μου, σκαλώνει, τεντώνεται και με τραβά για να με στρίψει μακριά απ’ την εικόνα της μάνας μου προς τον ανοικτό ορίζοντα του τοίχου, μέχρι, αφού διασχίσει το μήκος της πλάτης μου ίσαμε τα απέναντι πλευρά, να σκαλώσει εκεί ξανά και πάλι να με γυρίσει. Αν και δε νοιώθω διόλου πόνο, ξέρω ότι πονώ, λες κι είναι η σάρκα μου αυτή που ξηλώνεται λέξη-λέξη. Εδώ, στον αφαλό, το νήμα τινάζεται με την αυθάδεια ομφάλιου λώρου. Λίγο πιο ψηλά, εδώ, ξετυλίγεται με την ορμή και την αλεγρία άντερου που μέσα απ’ τη σχισμή αιφνίδιας μαχαιριάς βρίσκει τη διέξοδο ν’ απελευθερωθεί απ’ τον πέτσινο σάκο που το συμπιέζει κουβαριασμένο. Εδώ, κρούει και κρούεται, τσιτωμένο νεύρο, παναίσθητο και δεμένο στο γλωσσίδι της καρδιάς, παραπλανητική πορεία ανίερου γραφήματος... I palpiti-I palpiti-I palpiti… Πίσω στην πλάτη, αναπαριστά με γεωμετρικό σπαραγμό το προπατορικό αυτομαστίγωμα, ενώ απ’ τη σπονδυλική στήλη απομυζά με οδύνη το μεδούλι κι αυτοστιγμεί με οδύνη το επιστρέφει.
Γραμμή-γραμμή, τα χέρια της μάνας σταδιακά φρενάρουν, ενώ αντίστροφα, όλο κι επιταχύνει ο ρυθμός που οι μορφές εναλλάσσονται στη θέση του προσώπου, όλο και πιο γοργά, η μία μετά την άλλη, λες κι οι μανάδες όλης της ανθρωπότητας παλεύουν να στριμωχτούν εκεί. Βρώμικο γάλα το νήμα πετάγεται απ’ τις ρώγες μου... Και ψηλά στο λαιμό, άφατη χορδή που ανώφελα δονείται, ουροβόρος αγχόνη απαθανατικής καταδίκης. Παρά τη γύμνια μου, δε νοιώθω κρύο, αλλά είμαι σίγουρη πως παγώνω, όλο και πιο πολύ... Γιατί ποιον άλλο λόγο θα είχαν τα σαγόνια μου να τρέμουν; Κι όλο λέω θα το κόψω, θα φέρω το νήμα στα δόντια μου που κροταλίζουν και θα το κόψω... Μα δεν το κάνω, όχι επειδή αδυνατώ να κουνηθώ –όπως συμβαίνει συχνά σε πολλούς σε αυτήν την κατάσταση– αλλά γιατί φοβάμαι πως, αν το γευτώ, θα γλυκαθώ και θ’ αρχίσω να το ρουφάω, να ξηλώνω η ίδια και να καταπίνω το δικό μου δέρμα..., και τότε τι; Τότε τι θα κάνει η μάνα μ’ ένα μισακό κομμάτι ρούχου στα χέρια;
Λίγο προτού απογυμνωθώ, τα χέρια της μητέρας σέρνονται πια βασανιστικά αργά, ενώ η θολούρα έχει μεταφερθεί απ’ αυτά στη φρενίτιδα του προσώπου. Μάτια, μύτη, στόμα, φρύδια, μαλλιά εναλλάσσονται με τέτοια ταχύτητα που στις θέσεις τους σκιαγραφούνται τρεμάμενες κηλίδες που δίνουν στο κεφάλι της την όψη παλλόμενης νεκροκεφαλής στεφανωμένης από ένα αεικίνητο, πυκνό κοπάδι ηλεκτροφόρων χελιών.
Ξάφνου, η τελευταία μοναχική χαρακιά σβήνεται απ’ το δέρμα μου, με μια μονοκοντυλιά γλιστρά απ’ το λαιμό μου στο πάτωμα, όπου το νήμα αρχίζει να σέρνεται προς το ρούχο που ταΐζει, σα σκουλήκι προς την τρύπα του. Ακριβώς τη στιγμή που εξαφανίζεται μέσα στην κόκκινη κηλίδα στα γόνατα της μάνας μου, τα χέρια εκείνης σταματούν, ενώ ταυτόχρονα παγώνει κι η αδιάκοπη μεταμόρφωση του προσώπου της στην εικόνα που αναγνωρίζω ως αυτήν της μητέρας μου... ή τη δική μου – όλοι λένε πως μοιάζουμε σαν τις δυο όψεις της ίδιας λεπίδας. Εκείνη δε χάνει χρόνο. Καρφώνει τις βελόνες στο στήθος της μ’ ανεξήγητη φυσικότητα˙ τα κεφάλια τους σφηνώνουν πάνω στο μαύρο ύφασμα στο σημείο της ρώγας και λαμπυρίζουν σαν τα μοναδικά άστρα δύο παράλληλων ουράνιων θόλων που κάποτε έσφυζαν από ζωή. Σηκώνει την κόκκινη κηλίδα και την απλώνει μπροστά στα μάτια της για να καμαρώσει μια φρεσκοτελειωμένη, ολόμαλλη μπλούζα. Αμέσως μετά την τοποθετεί παραμάσχαλα και στηρίζεται στα μπράτσα της πολυθρόνας για να σηκωθεί.
Πλησιάζει προς εμένα σέρνοντας τις παντόφλες της. Στη μέση του δρόμου σκοντάφτει στα δυο τεχνητά πόδια που εν τω μεταξύ έχουν σταματήσει να σαλεύουν. Κάτι λέει νευριασμένη, κάτι που δεν ακούγεται, και κλωτσά τα πόδια που αρχίζουν και πάλι να σπαρταράνε. Έρχεται πίσω μου, περνά τη μπλούζα απ’ τα σηκωμένα μου χέρια και την τραβά στη θέση της. Με χτυπά δυο-τρεις φορές στην πλάτη κι εγώ ρεύομαι δυο ακούσιες λέξεις: «Άχρηστα παλιοπράματα!». Η φωνή της απαντά απ’ τα νώτα μου: «Μπράβο καμάρι μου! Έτσι..., μην τα κατεβάζεις!». Ισιώνει τα χέρια μου που, τόσην ώρα στην ίδια άβολη στάση, έχουν λυγίσει κατιτίς και, μετά, έρχεται μπροστά μου, σκύβει, τσιμπά με τα νύχια της την άθικτη μπλούζα –εδώ…, στην τρέσα– και τραβά. Ένα νέο νήμα ξετυλίγεται καθώς εκείνη μου γυρίζει τη πλάτη και περπατά πίσω προς την πολυθρόνα της. Τρείς κουβέντες βγαίνουν και πάλι ακούσια απ’ το στόμα μου: «Πιπέρι στη γλώσσα, αλάτι στα μάγουλα και ζάχαρη στα χείλη…». Όταν η μάνα στρίβει για να κάτσει, μια άγνωστη μορφή έχει καταλάβει και πάλι το πρόσωπό της. Ξεσπαθώνει τις βελόνες απ’ τα στήθη της, θηλυκώνει το νήμα κι αρχίζει το πλέξιμο ξανά.
Δεν ξέρω να σας πω πόσες φορές επαναλαμβάνεται το ίδιο δράμα ούτε αν κρατάει λίγα δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες αφυπνισμένου χρόνου ή τη νύχτα ολάκερη. Όμως το ίδιο όνειρο μ’ επισκέπτεται από παιδί, πάντα λίγο προτού ξυπνήσω, ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές, μία από τις οποίες μόλις σας περιέγραψα..., ένας θεός ξέρει ποια... ή, μάλλον, ούτε καν αυτός..., ειδικά αυτός – στα όνειρα η πίστη περιορίζεται στους βλεννογόνους αδένες ή το πολύ-πολύ σε κάποιον ακούσιο σπασμό, ανεπιθύμητο απόηχο της ζωής.
Πολλοί βλέπουν επανειλημμένα στον ύπνο τους ότι πετούν, ότι επιστρέφουν στο σχολείο ή ότι χάνουν τα δόντια τους, περιστατικά τα οποία ωστόσο κάθε φορά διαδραματίζονται σε διαφορετικά σκηνικά, μπλέκονται σε πλοκές εναλλακτικές. Στη δική μου περίπτωση, τ’ όνειρο είναι το ίδιο και απαράλλαχτο, λες και σκοπός του είναι να..., λες και υπάρχει για να..., όχι-όχι, δεν πρέπει να το μπολιάσω με ζωή και έτσι να τ’ ακυρώσω, θα παραπλανήσω τον εαυτό μου κι εσάς συνάμα. Ωστόσο, η οικειότητά του συλλέγει κάθε φορά και συγκολλά με ανορθόγραφη ακρίβεια τα μέλη του ενυπνίου σώματός μου που έχουν διασκορπιστεί απ’ τη βεγγαλική μανία όλων των υπόλοιπων ονείρων, από την κατρακύλα στην αθέατη πλευρά του όρους που έπεται της καθημερινής ανάβασης... Έτσι τουλάχιστον υποθέτω, γιατί άλλα όνειρα δε θυμάμαι ποτέ. Αυτός είναι και ο λόγος, άλλωστε, που τρυπώνει κάθε νύχτα τελευταίο, ακόμα και τις μέρες εκείνες –είμαι σίγουρη– που ξυπνώ δίχως την ανάμνησή του: για να μην ανοίξω τα μάτια μου κάποιο πρωί κι αντιληφθώ πως μου λείπει κάποιο χέρι, κάποιο δάκτυλο, η μύτη, το στόμα, τ’ όνομα... Όμως τσεκάρω καλού-κακού. Με λένε Κυριακή.

Με λένε Κυριακή και αντιστάθηκα στον πειρασμό να ερμηνεύσω το όνειρο, όπως τ’ άγριο άλογο στο χαλινάρι. Γιατί η σημασία καταλήγει με νόημα σε γκέμια˙ γκέμια που τ’ αδράχνουν χέρια˙ χέρια που, χωρίς τον παραμικρό παφλασμό έχουν ξεβράσει τη χειρονομία στη νοηματική αυτή ακτή που ορίζει την αρχή του τέλους μιας γης επίπεδης, εκείνης της γης που όλοι στ’ αλήθεια περπατούμε – κι ας έχουμε θαυμάσει τη στρογγυλάδα της από ψηλά όταν με βοηθήματα πετούμε. Σας συμβουλεύω..., σας ικετεύω..., σας αγνοώ (με ό,τι έχει απομείνει μέσα μου ανέγγιχτο από την κτηνωδία της αιωνιότητας) να κάνετε το ίδιο, να ξεκαβαλικέψετε τη ράχη μου, να πέσετε στα τέσσερα κι εκεί να μηρυκάσετε, από επαγγελματίες άνθρωποι να βγείτε στην ανεργία και την άκρα ταπείνωση του ζητιάνου. Κι αν νοιώσετε λουρί στο στόμα, ξεπείτε πως είναι για να μην δαγκώσετε κατά λάθος τη γλώσσα σας˙ το αίμα στο στόμα δικαιώνεται ως απόφαση παραληρήματος και όχι ως ατύχημα. Σε τούτον τον ιππόδρομο που δεν έχει γραμμή εκκίνησης, όλα τα στοιχήματα παίζουν –σε αναβάτες, θεατές, στο χώμα του σταδίου– και κανένα δεν κερδίζει.
Αυτά, βέβαια, εάν επιθυμείτε να καταδικάσετε την παρουσία μου ενώπιόν σας, και όχι το αντίθετο: να αθωώσω εγώ την απουσία σας εντός μου. Και, προς θεού, μην επιτρέψετε την ομορφιά μου να σας ξεγελάσει, κατεβείτε απ’ το βάθρο που μοιράζεστε μ’ αυτήν, αφήστε τη μόνη πάνω στο παγωμένο μάρμαρο κι εκείνη θα βγάλει τα μάτια της με τα ίδια της τα χέρια, όπως πνίγεται κάθε σκέψη από την ίδια της τη γλώσσα σαν ξεθαρρεύει και για λίγη συντροφιά γίνεται πράξη. Σ’ εσένα το λέω Ιωάννη, που όμορφος δεν ήσουν κι έγινες όμορφος όταν σου κόψαν το κεφάλι. Και σ’ εσένα Σεβαστιανέ, που όταν με βέλη σε τρυπήσαν εθίστηκες στο θαυμασμό και από τότε μόνος σου τρυπιέσαι. Σε εσένα Άγκαθα, που τα στήθη σου φούσκωσαν από πόθο μόνον αφού ξεριζωθήκαν. Και σε σένα Μαρία, που θλίψη δεν ένοιωθες, μα έγινες θλίψη για να σε φιλούν. Όσο για σένα..., εσύ Ναζωραίε δεν έχεις σωτηρία! Ευτυχώς, τούτο το δικαστήριο δεν επιτρέπει στο σώμα ενόρκων όσους δεν έχουν πού να ορκιστούν! Σε τούτον τον ιππόδρομο δίχως γραμμή τερματισμού, καθαρόαιμα δεν τρέχουν… Τα τελευταία έχουν εξοριστεί σ’ ένα οροπέδιο ψηλά, ίσως κάπου στ’ Αλτάια όρη…, μια αγέλη που καλπάζει ολημερίς κι ολονυχτίς δίχως σταματημό –μήτε για φαί μήτε για νερό–, ακάματη κι αφηνιασμένη. Ανθρώπου μάτι δεν την έχει δει. Μα δεν υπάρχει κανείς που να μην έχει νοιώσει το πέρασμά της, το σύννεφο σκόνης που κατακάθεται στις αρθρώσεις των δοντιών, το κροτάλισμα των οπλών που πάλλει τ’ ακρωτηριασμένα πέλματα στη χωματερή του μυαλού.
Μονάχα μια φοράδα, μάνα πρωταθλητών, τη βλέπει…, βλέπει ολοκάθαρα την τρελή αγέλη όταν κοιμάται στους στάβλους του ιπποδρόμου για να ξεχάσει το καμτσίκι…, κι ονειρεύεται. Και ξαναφέρνει την εικόνα στο μυαλό όταν με τη δική της την αγέλη στο στάδιο τρέχει γύρω-γύρω. Δεν ξέρει πότε κερδίζει, πότε χάνει. Μα ούτε της περνά απ’ το νου να συνεννοηθεί με τα υπόλοιπα άλογα, να τα βρουν και μια μέρα όλα μαζί να σταματήσουν απότομα, να κάτσουν στα πίσω πόδια και να πετάξουν τους αναβάτες απ’ τη ράχη τους˙ τούτος θα ’τανε λογισμός ανθρώπινος!
Και η αγέλη τρέχει, τρέχει με λύσσα άγια και κολασμένη, τρέχει μέχρι και το τελευταίο οροπέδιο να γενεί δημόσιο ιπποδρόμιο.
§
Θα αναρωτιέστε: γιατί με ένα όνειρο, πώς σχετίζεται με την υπόθεση που μας έφερε όλους εδώ και γιατί δεν επέλεξα να ξεδιπλώσω τα γεγονότα από την αρχή; Μείνετε ήσυχοι, όλα θ’ απαντηθούν ακριβώς όπως τους πρέπει: με την έκσταση του γυμνοσάλιαγκα τη στιγμή που συνθλίβεται στης σαύρας τα σαγόνια, εκπληρώνοντας έτσι το υγρό, κολλώδες χνάρι του˙ με τον ακούσιο οργασμό μοναχής βιασθείσας στον τόπο και κατά την ώρα εργασίας˙ και με την άστοχη ακρίβεια πετεινού που για στερνή φορά λαλεί λίγο προτού σφαχτεί, μαγειρευτεί κι επάνω στην καλή την πορσελάνη, ζουμερός σερβιριστεί στο γιορτινό τραπέζι.
Η αρχή είναι κακός οδηγός για το ίδιο το έγκλημα που την ξεπέταξε και την παράτησε, τουμπανιασμένο νεογνό στο πρώτο τυχαίο κατώφλι˙ είναι μια πυξίδα που πάντα ρίχνει το φταίξιμο μακριά από τον εαυτό της σε κάποιον φανταστικό βορρά όπου τα πειστήρια που δεν πείθουν καταψύχονται για εξέταση από τις επόμενες γενεές˙ είναι το δένδρο που βαρέθηκε να περιμένει ήλιο και θυσίασε τα κλαδιά του, ξυρίστηκε και έγινε ο στύλος εκείνος όπου ψηλά στην κορυφή θα κλειδώσει ο τροχός ως ιεροεξεταστική ποινή.
Η αρχή είναι παλάμη –την ξέρετε σαν τη παλάμη του χεριού σας– που με απόλυτα δάκτυλα μετρά κι αδυνατεί να μετρηθεί απόλυτα, που στα σκοτεινά ψηλαφίζει τους βράχους των σπηλαίων μήπως και βρει εκεί ραβδώσεις που τέλεια ν’ αντηχούν τ’ αλίπαστα αυλάκια της, εκείνα που χαράχτηκαν όταν, ακόμα ασχημάτιστη, κρατούσε το μαχαίρι απ’ την κόψη και μάταια κτυπούσε τη λαβή σε μια καρδιά που έψαχνε ρυθμό.
Η αρχή είναι κατασκευαστικό λάθος θηλαστικού που δε θήλασε παρά μαρμαρόσκονη – απομεινάρια από τη σμίλεψη του Αδάμ που ακόμα αιωρούνται. Είναι κόκκυγας που σπόνδυλο με δυσλεκτικό σπόνδυλο οδηγεί σε προτομή βεβηλωμένη. Damnatio memoriae! Σε ’σάς το λέω, παραπλανημένοι μου ήρωες. Σε εσένα αλεξίθεε Ηρόστρατε, που κατά λάθος παγιδεύτηκες στο εκμαγείο που με τα ίδια σου τα χέρια σφυρηλάτησες˙ και σάπισες εκεί, ενώ στρατιές ποδοπατούσαν για να γκρεμίσουν μια μορφή που είχε ήδη λειώσει. Σ’ εσένα γλυκέ μου, πάγκαλε Ηλιογάβαλε, που μέσα στο ναό σου χόρεψες ντυμένος Μάης, ξυπόλητος πάνω σ’ ένα ψηφιδωτό φιλοτεχνημένο με τα δόντια εκείνα που εσύ, όταν ένα-ένα τα ξερίζωνες, τα ’χες διδάξει να προφέρουν τη γωνία την ορθή του «ταυ». Και ξεροψήθηκες εκεί, κάτω απ’ την πύρινη σφαίρα που στον ουρανό είχες υψώσει για να ντροπιάσεις κάθε λογής πεφωτισμένους κλακαδόρους της ζωής κι αρχιερείς εθελοντές του επέκεινα˙ κι όταν μιλιούνια ήρθαν να σε καννιβαλίσουν, τους πρόσφερες σάρκα από χυμούς στεγνή. Και σε ’σένα Χατσεψούτ με το τέλεια ανεικονικό κεφάλι, που το αίμα σου ετοίμαζες μια ζωή για κάποιαν άλλη παγωμένη… Mα εκείνο επέζησε ζεστό μέσα στα μαϊμούδια που σε ξεψείριαζαν˙ τα μικρά διαολάκια το ’σκασαν για τις οάσεις όταν τα παιδιά σου μαζεύτηκαν να σε ξεπροβοδίσουν με σφυριά. Κι εκεί κρυβόντουσαν για χιλιάδες χρόνια, μέχρι άνδρες με παράξενες στολές να τα μαντρώσουνε και πάλι σε θεάματα να χτυπούν τενεκεδένια κλαπατσίμπαλα και σε μικροβιολογικά εργαστήρια να σκούζουν αυταπόδεικτα άπαντα τα απόκρυφα και τα καλοκρυμμένα. Σε εσένα το λέω νόθε Αμαλήκ που απείλησες την ύπαρξη μονάχα με τα λόγια, σε σένα και στη γενιά σου˙ ούτε κι εσείς την κατακτήσατε την κορυφή της λήθης. Τα ίχνη σας ακόμα αντηχούν στα σπλάχνα εκείνων που τα έσβησαν˙ στις λυσσασμένες σιωπές των όρκων τους˙ στην κύρτωση της ράχης όταν προσκυνούν.
Η αρχή είναι το ήμισυ ενός παντός που ξόδεψε το άλλο του μισό για να φωτίσει την αρχή..., στο λόγο μου, είναι μια μάνα σκληρή που περιμένει απ’ τη σάρκα της να γεννηθεί… Υπάρχει, λένε, μια φυλή στην Αφρική… Για το κάθε τι υπάρχει κι από μια φυλή κάπου στην Αφρική να το δικαιώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο… Μα τότε…, γιατί δεν μέναμε εκεί κι έπρεπε ντε και καλά να περιπλανηθούμε μέχρι τις άκρες της γης σαν μπουλούκι προς αναζήτηση έργου και αθώου κοινού; Γιατί δεν μας αρκούσε να φωνάζουμε Ανατολή το πρώτο φως της κάθε μέρας, θείο και διακοσμητικό;
Υπάρχει, λοιπόν, μία φυλή κάπου βαθιά στην Αφρική που θεωρούν ότι η μέρα γέννησης ενός παιδιού δεν είναι εκείνη που ανοίγει τα μάτια του, αλλά η μέρα που επισκέπτεται το νου της μητέρας του ως σκέψη, ενώ η πρώτη του λαλιά δεν είναι κάποιο κλάμα, μα ένα τραγούδι. Το ακούει μια γυναίκα, λένε, όταν σημάνει μέσα της η ώρα της μητρότητας. Αναπαύεται κάτω από ένα δένδρο, χαλαρώνει και περιμένει το τραγούδι του παιδιού της να ’ρθει. Κι όταν εκείνο φτάσει, τρέχει στο σύντροφό της, του το μαθαίνει και μαζί το τραγουδούν ενώ κάνουν έρωτα, έτσι να προσκαλέσουν το βλαστάρι τους. Αυτό, βέβαια, που δεν λένε είναι πως το παιδί, στη δούλεψη του κόσμου πριν καν το ίδιο κόσμος να γενεί, πριν καν χώμα στο χώμα να συρθεί, εξαναγκάζεται να εμφανιστεί με νότες στέρεες σαν από πέτρα, που η μάνα θ’ ακούσει και θα ευφρανθεί… Οι δικοί μου οι γονείς όταν πηδιόντουσαν βογκούσανε τη μοναξιά τους…. Και λένε, σ’ αυτήν των ανθρώπων τη φυλή, πως κάθε εγκυμονούσα μαθαίνει το τραγούδι στις μαίες και στις ηλικιωμένες του χωριού κι όλες μαζί το τραγουδούν ενώ το παιδί γεννιέται για να το καλωσορίσουν…, λες κι ένα τραγούδι παραμένει ατόφιο από στόμα σε στόμα….
Εγώ όταν γεννιόμουνα άκουγα την τύρβη της πόλης, κρότους και κορναρίσματα, τον παγερό βόμβο μιας λάμπας φθορίου και μια χάβρα..., αργότερα έμαθα πως ήταν κάλαντα, γιατροί και νοσοκόμες που καλωσόριζαν το νέο χρόνο. Γεννήθηκα πάνω στην αλλαγή του έτους, και θα με φώναζαν Πρωτοχρονιά, μα τέτοιο όνομα δεν θα ’μπαινε ποτέ σε εκκλησιά. Έτσι βρέθηκε μια μέση λύση, αφού έτυχε να ’ναι και η μέρα του Θεού

Με φωνάζουν Κυριακή. Το πιστοποιητικό της γέννησής μου γράφει: «Κυριακή». Είμαι η Κυριακή. Κατά τα ειωθότα, τα εκ των προγόνων πεπτοκώτα, θα έπρεπε να ’μουν «Ζωή» ή «Σοφία» –τα ονόματα των δύο γιαγιάδων μου–, αν αμφότεροι οι γονείς μου δεν ντρέπονταν τόσο για τις γυναίκες που τους έφεραν στον κόσμο. Κι οι δύο ξόδεψαν τα χρόνια τους στα τέσσερα, η μία μ’ ένα σφουγγαρόπανο στο χέρι κι η άλλη μετρώντας κόμπους ρημαγμένων σεντονιών, πάνω σε κρεβάτια που με τριζοβολήματα μετρούσανε το χρόνο.
Η Ζωή, του πατέρα μου η μάνα, ήταν καθαρίστρια, όχι όμως σαν όλες τις άλλες˙ εκείνη δεν αφαιρούσε βρώμα, εκείνη προσέθετε καθαριότητα! Μάλιστα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, εκείνη αγαπούσε τη λάτρα με τη ζέση ερασιτέχνη. Έτριβε με χαρά, έπλενε κι έτριβε..., χαλιά, νιπτήρες έπλενε και χέστρες έτριβε. Κι όταν γύριζε σπίτι..., και πάλι έπλενε..., ρούχα, πιάτα, μπιμπελό ξεσκόνιζε, και έτριβε μπακίρια..., μέχρι τα πάντα να λαμποκοπήσουν. Το ίδιο και τον πατέρα μου. Κάθε πρωί τον έπλενε, τον έτριβε πριν κι απ’ την «καλημέρα» μέχρι να κοκκινίσει κι όταν η νύχτα έπεφτε τον ξαναέτριβε και γδαρμένο τον νανούριζε.
Η Zωή δεν χωρούσε πουθενά... ή μάλλον, τίποτα δεν χωρούσε στη Ζωή. Όπου χέρι ανθρώπου είχε αφήσει τ’ αποτύπωμά του, τίποτα δεν ήταν αρκετά καθαρό, τακτοποιημένο όπως θα ’πρεπε. Αν και στο στοιχείο της, έξω στους δρόμους δεν έβρισκε ηρεμία, πελάγωνε και με μανία μάζευε αποτσίγαρα, παραπεταμένα χαρτάκια, κολλημένες τσίχλες απ’ το πεζοδρόμιο και πατικωμένα κουφάρια ζώων απ’ την άσφαλτο. Στα ξένα σπίτια έπαιρνε μόνη της πρωτοβουλία για να συγυρίσει τ’ ασυγύριστα των άλλων, ενώ όταν τυχαία συναντούσε κάποιον γνωστό, τίναζε τα ρούχα του με απαλά χτυπήματα, τα σουλούπωνε, και σάλιωνε τα δάκτυλά της για να στρώσει τα μαλλιά του. Αλλά ούτε και στην ανέγγιχτη φύση έβρισκε μιας στιγμής γαλήνη… Εκεί, ένοιωθε έξω απ’ τα νερά της, εκεί όπου δεν υπήρχε τίποτα να καθαρίσει. Ήταν όμως τόσο καλή ήταν στη δουλειά της που εκείνην καλούσαν ν’ ασπρίσει τα δημόσια μάρμαρα όταν κάθε τόσο και λίγο οι ανυπόμονοι έφηβοι τα μουτζούρωναν με ερωτόλογα και γκρίνιες. Δεν υπήρχε κολώνα κι εθνικός ευεργέτης που να μην είχε τρίψει. Εκείνη, μάλιστα, κλήθηκε να εξαγνίσει τον Άγνωστο Στρατιώτη, όταν ένα πρωί βρέθηκε μελανιασμένος…, από κουτσουλιές θα ’ταν – τα καπνισμένα περιστέρια της πόλης με τα τουμπανιασμένα άκρα δεν σκαμπάζουν από συμβολισμούς! Και η Ζωή που από βρωμιά δε μάσαγε, έδωσε τον καλύτερο εαυτό της! Δε χρησιμοποίησε απορρυπαντικά, παρά μόνο τη γλώσσα της, το σάλιο και τα λόγια της που τόσα χρόνια είχαν ποτίσει με χλωρίνη. Ζήτησε μόνο να στηθεί ένα παραπέτασμα…, κανείς να μην την δει την ώρα της δουλειάς.
Η ανάγλυφη παράσταση, έτσι όπως ήταν καλυμμένη από μια κρούστα σαν πίσσα απ’ άκρη σ’ άκρη –ίσαμε το πλαίσιο, μα δίχως ν’ απλώνεται πέρα απ’ αυτό– φάνταζε περισσότερο με μαυροπίνακα παρά με μνημείο. Η Ζωή έβγαλε τη γλώσσα της, ακούμπησε την άκρη της στο κέντρο κι άρχισε… να σαλιώνει, να γλείφει και να ψιθυρίζει… Για δασκάλους μουρμούραγε, για δασκάλους που διδάσκουνε παιδιά που γίνονται δάσκαλοι και παιδιά διδάσκουν που γίνονται δάσκαλοι για να διδάξουνε κορίτσια που μανάδες γίνονται για να βυζάξουν κόρες που κι αυτές κάποια στιγμή γίνονται μάνες και τρέφουν κόρες που γίνονται μανάδες και χτενίζουνε κορίτσια που γίνονται μητέρες για να χτενίσουνε κορίτσια που κοιτούν τον ουρανό τα βράδια…. Πρώτα τέλειωσε με την ασπίδα που, έτσι ξέξασπρη με σκοτάδι ολόγυρα και μισοκρυμμένη πίσω απ’ το κουφάρι του στρατιώτη, φάνταζε σαν στραβοχυμένο φεγγάρι που έδυε πίσω από κορυφογραμμή.
Συνέχισε με την περικεφαλαία και το φόντο. Σάλιωνε, έγλειφε και μιλούσε, όλο και πιο δυνατά, για κορίτσια που παίζουνε μ’ αγόρια που παίζουν μ’ όπλα που σκοτώνουν αγόρια και τα κάνουν άντρες που μεγαλώνουνε αγόρια που γίνονται άντρες που φροντίζουν αγόρια που γάλα πίνουν και πίνουν γάλα και σκοτώνονται για να γίνουν δούλοι που πίνουν δάκρυα κι αίμα καταπίνουν και γίνονται αφεντάδες που έχουν δούλους που με τη σειρά τους γίνονται αφεντάδες κι έχουν τους δικούς τους δούλους που γίνονται σκόνη που γίνεται πέτρα που γίνεται βουνό και σπάει σε πέτρα και σπάει σε σκόνη που γίνεται άτομο… Όταν ξάσπρισε φόντο και περικεφαλαία, εμφανίστηκε ένα καρβουνιασμένο κορμί με μισό κεφάλι σαν φιγούρα του καραγκιόζη παραπεταμένη.
Και τότε άρχισε να φωνάζει μ’ όλη της την δύναμη, να φτύνει, να γλύφει και να γκαρίζει για το άτομο που γίνεται καρδιά που γίνεται γιος που χάνεται στο πλήθος και γίνεται λαός που γίνεται άλλος λαός κι άλλος λαός κι άλλος λαός που γίνεται ανθρωπότητα που γίνεται λέξη που γίνεται πρόταση που γίνεται πρόταση άλλη κι άλλη πρόταση που γίνεται κεφάλαιο που γίνεται Ιστορία που δάσκαλοι διδάσκουνε και χάνεται…
Όταν η Ζωή βγήκε από το παραπέτασμα, το μαζεμένο πλήθος άρχισε τα παλαμάκια και τα «ζήτω». Κάπου εκεί θαύμαζε κι η άλλη μου γιαγιά, η Σοφία, και χτυπούσε κι εκείνη παλαμάκια, αλλά στους τσολιάδες, τους μόνους άνδρες που κοιτούσε με αγνό μάτι. Τα βλέμματα των δύο γυναικών συναντήθηκαν κι αμέσως ένοιωσαν ότι τους ένωνε κάτι παραπάνω από το διάστημα αναμεταξύ τους… Δεν μπορούσαν βέβαια να ξέρουν ότι η μια είχε αναγνωρίσει στην άλλη το κομμάτι εκείνο που κάποια στιγμή στο μέλλον θα συγκατοικούσε μέσα μου με κάποιο δικό της κομμάτι. Και κλυδωνίστηκαν αμφότερες από μια προλόχεια αποστροφή, ανάλογη με αυτήν που ο καθένας θα ’νοιωθε αν μια πιθανότητα θα του εμφανιζόταν ως σιγουριά. Δεν έδωσαν παραπάνω σημασία. Απέδωσαν το ταρακούνημα σε στομαχικές διαταραχές και η καθεμία πήρε το δρόμο της, όπως κάνουν οι οποιεσδήποτε δυο ματιές όταν κατά τα φαινόμενα τυχαία συναντιούνται.
§
Με τα λεφτά που πήρε απ’ το Δήμο, η Ζωή αγόρασε ένα πιάνο. Πάντα κρυφός της καημός ήταν ο γιόκας της να μάθει πιάνο˙ η ίδια δεν είχε ποτέ την ευκαιρία, έτσι είχε αναγάγει την ασπρόμαυρη καθαρότητα των πλήκτρων σε ιδανικό. Όταν έφτασε στο σπίτι το ογκώδες ιδανικό, με ουρά παρακαλώ, κατέλαβε το μισό σαλόνι. Ο πατέρας μου θα ’ταν δε θα ’ταν πέντε ετών όταν κάθισε για πρώτη φορά μπροστά στο κλειδοκύμβαλο, με τα ποδαράκια του μίλια μακριά απ’ τα πετάλια. Απ’ την πρώτη κιόλας νότα κατάλαβε ότι το να παίζει πιάνο ήταν το μοναδικό πράγμα που ήθελε να κάνει στη ζωή του. Όχι όμως όπως του έλεγαν… Εκείνος ισχυριζόταν πως δεν χρειαζόταν μαθήματα, πως ήξερε μια χαρά να παίζει μουσική. Αγνοούσε πεισματικά τις υποδείξεις κι εντολές της δασκάλας του, χτυπούσε τα πλήκτρα στα κουτουρού και, όπου κι αν έπεφταν τα χέρια του, εκείνος άκουγε θεσπέσιες μελωδίες. Η Ζωή είδε κι απόειδε και, για να τον συνετίσει –αλλά και για να σώσει τ’ αφτιά της, μα και το πορτοφόλι της που άδειαζε απ’ τα μαθήματα–, κλείδωσε το πιάνο!
Μαύρη θλίψη κι απόγνωση κυρίευσε τον πατέρα μου. Τα βράδια, μόνος στο δωμάτιό του, ζωγράφιζε σε χαρτί άσπρα και μαύρα πλήκτρα στη σειρά κι έκανε πως έπαιζε – διψούσε για έβενο κι ελεφαντόδοντο… Μα πιο πολύ τον έπνιγε η αδικία όταν η μάνα του καθάριζε κι έτριβε με μανία τα πλήκτρα: αυτή γιατί να παίζει, αφού χτυπά τα πλήκτρα σαν κι εκείνον; Όταν, δε, η Ζωή κοιμόταν, πλησίαζε το πιάνο στο σαλόνι σαν κλέφτης, το χάιδευε απαλά και, μ’ έναν μικρό φακό στερεωμένο ανάμεσα στα δόντια, έχωνε στην κλειδαρότρυπα καρφιά, βίδες και συνδετήρες για να παραβιάσει την κλειδαριά.
Έναν ολάκερο χρόνο πάσχιζε άγρυπνος, ξανά και ξανά και ξανά, ένα χρόνο γεμάτο αδημονία κι απογοητεύσεις. Μέχρι που, μια νύχτα όπως όλες οι άλλες, ακούστηκε στην κλειδαριά ένα «κλακ» διαφορετικό˙ επιτέλους, είχε ανοίξει! Τον έπιασε τρεμούλα απ’ τον ενθουσιασμό. Κάθισε στο σκαμνάκι και σήκωσε αργά-αργά το κάλυμμα. Έτριψε για λίγο τα δάχτυλα αναμεταξύ τους –όπως κάνουν οι βιρτουόζοι πριν από κάθε παράσταση για να τα ζεστάνουν– κι άπλωσε τα χέρια του πάνω απ’ το πληκτρολόγιο με σκοπό να τα κατεβάσει μ’ όλη του δύναμη. Όμως δεν το έκανε˙ πια, το μόνο πράγμα που ήθελε να κάνει στη ζωή του ήταν να παραβιάζει κλειδαριές. Μια Κυριακή, πολύ προτού ενηλικιωθεί, ξεκλείδωσε την εξώπορτα, έριξε μαύρη πέτρα πίσω του κι άρχισε να τρέχει προς τη βρωμιά.
Για χρονιά ξεκλείδωνε πόρτες νοικοκυραίων ενώ αυτοί έλειπαν… Και θα συνέχιζε μέχρι τα στερνά του, αν ένα βράδυ δεν τρύπωνε σε κάποιο σπίτι που κοσμούταν από ένα μεγαλοπρεπές πιάνο και δεν υποτροπίαζε ο πρώτος του εθισμός. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, κάθισε και πάλι μπροστά σε πιάνο και σήκωσε τα χέρια του ανοιχτά πάνω απ’ το πληκτρολόγιο, όπως και τότε... Όμως, όπως και τότε, δεν τα κατέβασε… Είχε ξεχάσει πια πώς να παίζει τις θεσπέσιες μελωδίες… Έκατσε έτσι για πολύ ώρα, ακίνητος, με τις παλάμες διάπλατες σαν αστερίες που ψάχνουν φως να ρίξουνε στα περασμένα… ή σαν μούντζες… Στο τσακ ξέφυγε απ’ τις σειρήνες που απειλούσαν να τον περικυκλώσουν! Έκτοτε, από ποντικός, το γύρισε σε επαγγελματίας κλειδαράς.

Η άλλη μου η γιαγιά, η Σοφία, ήταν πλασμένη για συνηθισμένα πράγματα. Ως νεαρή κοπέλα, όπως όλες οι καθημερινές κοπέλες, το μόνο που ζητούσε ήταν έναν καλό σύντροφο, τρυφερό, ειλικρινή, γενναιόδωρο…, κάποιον να της προσφέρει την ασφάλεια που μια πανσέληνος της υποσχόταν κάθε μήνα και κάθε μήνα της αρνιόταν ένα φεγγάρι νέο. Όμως τα ’φερε έτσι η ζωή και συνάντησε τυχαία μια μυρωδιά στο δρόμο και ξελογιάστηκε και παραδόθηκε στην τύχη, την μόνη τελειότητα κάτω από τ’ άστρα… και πέρα απ’ αυτά. Δίχως δεύτερη σκέψη ακολούθησε τη μυρωδιά, έναν ξεδοντιάρη νταβατζή που την έβγαλε στο κλαρί…, δίχως δεύτερη σκέψη… Δεν ξέρω πολλά γι αυτόν, παρά μόνο ότι στα νιάτα του ήταν ναυτικός κι ότι ισχυριζόταν πως είχε κατουρήσει σ’ όλα τα λιμάνια απ’ το Πόρτο Αλέγκρε έως το Πόρτο Γερμενό…
Η Σοφία δεν ήταν καλλονή και τη δουλειά την ξεπέταγε˙ ήθελε να τελειώνει άρον-άρον για να γυρνά στη μυρωδιά. Αποτέλεσμα: δεν έβγαζε ποτέ αρκετά κι έτρωγε και το ξύλο της αρκούδας…, μα η μυρωδιά ήταν αφιόνι μαζί κι αιθέρας! Στην πιάτσα ήταν γνωστή για τις μελανιές της. Η ίδια τις επεδείκνυε με καμάρι… Το κορμί της, έλεγε, ήταν ένας άτλαντας με χώρες απάτητες, που εξαφανίζονταν προτού κανείς προλάβει να εξερευνήσει, για να εμφανιστούνε άλλες, νέες… Και κάπως έτσι, ξαναγεννιόταν ανέγγιχτη, αειπαρθένος…
Θα μου πείτε…, και πώς τα ξέρω όλα αυτά αφού η μάνα μου δεν μιλούσε ποτέ για τη γυναίκα που το δώρο της ζωής τής έδωσε άδωρον – και με το δίκιο σας… Μα μου τα είχε ακούσια πνεύσει η μυρωδιά κάτω από την μυρωδιά της, απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή στο μαιευτήριο, όταν με πρωτακούμπησε στο στήθος της κι έκλαψε και έτσι έμαθα κι εγώ ότι αυτό οφείλει κάποιος να κάνει στα νοσοκομεία, ακόμα και αν έχει πάει εκεί απλά για να πιει τον καφέ του στο κυλικείο και να γνωρίσει καλό κόσμο...
Το καθετί έχει και από μια μυρωδιά κάτω απ’ τη μυρωδιά του που αρθρώνει τα αφανέρωτα –όπως κάνουν τα διάκενα ανάμεσα στις λέξεις–, που γνωρίζεται δίχως ποτέ ν’ αναγνωρίζεται: τα σκαλοπάτια, τα συρτάρια, οι ρωγμές στους τοίχους, τ’ αποτυπώματα που αφήνουν οι στάλες της βροχής πάνω στο τζάμι, η μαζεμένη σκόνη στη γωνία του δωματίου. Ακόμα και τα λουλούδια έχουν τη μυρωδιά κάτω απ’ τη μυρωδιά τους, το καθένα και διαφορετική: κάποια ρόδα μυρίζουν εγκατάλειψη, αλλά την μετεώριση διστακτικού αυτόχειρα, άλλα το ελαφρύ πέρα-δώθε κουρτίνας το μεσοκαλόκαιρο, ενώ άλλα το θυμό του Απρίλη όταν τον τραγουδούν. Αυτές οι ντροπαλές μυρωδιές είναι που με θρασύτητα και μαθηματική ακρίβεια μας τραβούν εδώ κι εκεί, κι όσο πιο ανεπαίσθητες, τόσο μεγαλύτερη η δύναμή τους… Όσοι, δε, κάτι υποψιάζονται κι ανοίγουν τα ρουθούνια διάπλατα με την ελπίδα να γίνουν κύριοι του ριζικού τους…, αυτοί είναι που εξανδραποδίζονται αμαχητί ακόμα κι απ’ τις πλέον απειροελάχιστες˙ η πνοή ενός κόκκου άμμου είναι ικανή να τους τσακίσει…
Εγώ πάλι δεν ήξερα απ’ αυτά…, αλλά όταν ήμουνα λιλιπούτια κι ολύμπια, σαν από μια κληρονομική παρόρμηση τρελαινόμουν να ενυφαίνω παράτονες, αδιόρατες κλωστές στην ταπισερί του κόσμου. Στο προαύλιο του σχολείου, την ώρα της προσευχής, εγώ έλεγα τα δικά μου υπό την κάλυψη μιας στεντόρειας ομοφωνίας…, αλαμπουρνέζικα. Τη δε την ώρα του Εθνικού ύμνου, σιγοτραγουδούσα τα δικά μου σουξεδάκια! Μπορεί και οι συμμαθητές μου να έκαναν όλοι το ίδιο και η συμφωνία να μην ήταν παρά ο ήχος πάνω απ’ τον ήχο της χασμωδίας, μπορεί… Μπορεί γι’ αυτό πατρίδα και θεός να μην μας αποκαλύπτονται ποτέ…
Αυτό στο οποίο είχε παραδοθεί η Σοφία δεν ήταν η ξινισμένη μπύρα που με τα χρόνια είχε ποτίσει το δέρμα του νταβατζή της, αλλά η υποψία ενός άνδρα που αναζητούσε την πιο άρτια μορφή στην πλάση… Φαντάζομαι κι αυτός απ’ τη μεριά του θα ’χε αφεθεί στην υπόσχεση μιας γυναίκας με πόρους κι αποφύσεις που τα ψεγάδια κάποια μέρα θα εκχύλιζαν μαζί με τις εκκρίσεις…
§
Μια Κυριακή θειάφινη του Αυγούστου, από κείνες που ο νους ψάχνει σκιά για να σταθεί στα πόδια του, ο φαφούτης μαστροπός μετρούσε δόντια στο κομπολόι του και θέριζε ευκαιρίες στην παραζάλη. Την ίδια στιγμή, ο άνδρας που έψαχνε κάτι που δε θα ’ταν άλλο κι άλλο κι άλλο, στάθηκε στην κορφή ενός λόφου μαλαματένιου απ’ τα καμένα αγριόχορτα και τα γαϊδουράγκαθα, σαν μαύρη μύγα πάνω σε μία χούφτα σιμιγδάλι. Στην κοιλάδα από κάτω, δέσποζε η καταπράσινη φούντα μιας χαρουπιάς. Με το πού την αντίκρισε, ο άνδρας κατάλαβε ότι είχε φτάσει στο τέλος της αναζήτησής του, με σιγουριά –τόση όση και του ζωντανού για την ανάσα– πως, εκεί κάτω στη χαρουπιά, θα συναντιόταν επιτέλους με την πιο τέλεια μορφή της πλάσης. Από έναν δίδυμο λόφο απέναντι, παρακολουθούσε ο «άλλος», η ηχώ του.
Ο άνδρας άρχισε την κατάβαση, αφαιρώντας ένα-ένα τα ρούχα του: πρώτα τα παπούτσια και τις κάλτσες, μετά το πουκάμισο…, το παντελόνι. Ο άλλος τον μιμήθηκε. Αγκάθια χαράκωναν την γύμνια του άνδρα κι η γύμνια απέναντι από αγκάθια χαρακωνόταν. Αίμα πότιζε την κατηφοριά κι απέναντι η κατηφοριά ποτιζόταν από αίμα. Άνδρας και άλλος συναντήθηκαν στη χαρουπιά˙ τους χώριζε μόνο ένα χαμηλό κλαδί και, πάνω του, μία κάμπια που γλιστρούσε σαν κύμα νυσταγμένο, μια ευθυτενής και μια διπλωμένη σ’ ένα παλλόμενο «Ωμέγα», ζουμερό.
Με το δείκτη του χεριού του, ο άνδρας συνέθλιψε το κεφάλι της πιο άρτιας μορφής, ενώ, ταυτόχρονα, ο άλλος έλιωσε την απόφυση του πλάσματος του πιο ατελούς. Κολλημένο στο κλαδί, ελεύθερο πια από πνοή, το σώμα της κάμπιας έστεκε ορθό, σαν βρόχος. Ο άνδρας έκλεισε τα’ αριστερό του μάτι κι έφερε πιο κοντά το δεξί, πλαισιωμένη για να δει την ίριδα του άλλου…
Ο άνδρας ανηφόρισε στον απέναντι λόφο, μαζεύοντας ένα-ένα τα ρούχα του άλλου. Και με τα ρούχα του άνδρα ένα-ένα, σαβανώθηκε του άλλου η γύμνια. Erbarme dich, mein Gott, um meiner Zähren willen!
Αυτός που τελικά επέστρεψε στη Σοφία ήταν ο άλλος, ένας νταβατζής χαμένο κορμί˙ όσο κι αν τον ψαχούλευε με τη μύτη, κάτω από την ξινίλα δεν έβρισκε παρά μια ανώνυμη κατατονία. Το ίδιο βράδυ βρέθηκε νεκρός. Οι ειδικοί δεν μπόρεσαν να βρούνε το γιατί…, από «φυσικά αίτια αγνώστου φύσεως», έγραψαν… Όμως η πιάτσα βούιζε: η Σοφία, κάπως τον είχε ξεκάνει… Ακουγόταν πως τα μάτια του νεκρού καθρέπτιζαν τη ματιά του άλλου…, έλα μουνί στον τόπο σου! Έκτοτε, κανείς προστάτης δεν την αναλάμβανε.

Συνέχισε απροστάτευτη το μεροδούλι…, κι ήταν πολύ το μεροφάι. Η Σοφία, που σε κάθε σώμα έψαχνε πια με τη μανία στερητικού συνδρόμου μια μυρωδιά που ’χε χαθεί, είχε γίνει περιζήτητη. Νοίκιασε ένα ημιυπόγειο πίσω απ’ ένα προπατζίδικο, μια κάμαρα μεγάλη τσίμα-τσίμα για ένα διπλό κρεβάτι, κι εκεί υποδεχόταν τα πλήθη. Μια ουρά από πελάτες περίμενε έξω απ’ την πόρτα της από τις έξι το πρωί μέχρι τις έξι την αυγή. Όταν δε άνοιγε η πόρτα, ακουγόταν η φωνή της σ’ όλη τη γειτονιά: «Άλλος!»… Άλλος; Σ’ εσένα το λέω αμμόγδαρτε Οζυμανδία, που μέσα στον αμνιακό σάκο πίστεψες ότι γευόσουνα τον εαυτό σου…, κι αργότερα με σιγουριά, καθώς πιπίλαγες το δάχτυλό σου το καλό. Σ’ εσένα Βέρθερε, που νόμισες ότι μπορούσες ταυτόχρονα να έχεις όσα υμνείς, μα τελικά, όταν μολύβι καλαφάτισε των σκέψεων τους αρμούς, κατάλαβες πως δώδεκα ώρες δεν κάνουν μισή μέρα και πως η μόνη θέση κατάλληλη για σένα ήταν κάτω από μια φλαμουριά με ρίζες. Σ’ εσένα να το λέω Κωνσταντίνε, Κώστα-Κωστάκη-παλίλλογε-Ντίνε, που η εστεμμένη μοναξιά σου μόνο κάτω από τρούλο παίρνει σχήμα… Άλλος; Στο θόλο το θολό της γιαγιάς Σοφίας, όλοι οι καλοί χωράνε!
Η πολυπόθητη εκδοχή της γιαγιάς μου περίφερε κι αυτή τις μελανιές της. Δεν είχε πια ποιον να τις κάνει, έτσι χτυπιόταν μόνη, έπεφτε μ’ όλο της το βάρος στο πάτωμα, έπαιρνε φόρα κι έσκαγε στους τοίχους. Μάλιστα τις έξυνε πότε-πότε, μπας και κάποιο απομεινάρι αναθυμιάσει την μυρωδιά που θυμόταν… Τζίφος… Εκείνη όμως επέμενε, ξύλο και πάλι ξύλο…, κι έτσι επέμενε και στην παρθενιά της.
Στην κάμαρά της, στον τοίχο απέναντι απ’ το προσκέφαλο είχε κρεμάσει στον τοίχο μια Παναγιά, ξανθιά και χαμογελαστή, πάνω σε μια ταπετσαρία με κάθετες σειρές από ανθέμια που από μακριά στο ημίφως έμοιαζαν με σκαθάρια.. Και της έριχνε κλεφτές ματιές ενώ έκανε τα δικά της στους πελάτες, για να γυρνά πού και πού σε μια οικεία, σταθερή μορφή και να μην τρελαθεί από τα τόσα ανδρικά πρόσωπα που διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ματιά με ματιά το έριξε στην πίστη. Και δεν σταμάτησε ούτε όταν ένας πελάτης της αποκάλυψε ότι η μορφή στον τοίχο δεν ήταν της Μεγαλόχαρης, αλλά μια φτηνή απομίμηση της Αφροδίτης του Botticelli. «Τι ανάγκη την έχεις εσύ την τέχνη, μάνα μου!» της είχε πει τρυφερά. «Εσένα το μουνί σου ξεπέταξε τον πολιτισμό ολάκερο!» Εκείνη συνέχισε να ζητά τη χάρη της Παντάνασσας.
§
Όταν γέννησε τη μάνα μου, η Σοφία πίστεψε πως μπορεί και να ’ταν παιδί του εκλιπόντος νταβατζή, αν και είχε αποδημήσει χρόνια πριν… Όμως κάτι τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα για τόσο καιρό, κάτι η άρνηση, κάτι η πίστη, είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου τον οποίο μετρούσε με τα έτη ορειχάλκινης λύκαινας. Ευελπιστούσε πως μπορεί και να ’χε περάσει στο βρέφος στάλα απ’ τη μυρωδιά που την είχε σημαδέψει. Και μύριζε το νεογέννητο απ’ το πρωί ως το βράδυ, το έγλειφε απ’ την κορφή έως τα νύχια κι εκείνο πλάνταζε στο κλάμα. Κι έτσι, με δάκρυα και σάλια, έγινε το μωρό κορίτσι.
Κατά τ’ άλλα, η μάνα μου μεγάλωσε μέσα στα λιβάνια και τα «Κύριε Ελέησον», στη φροντίδα μιας μαυροντυμένης γειτόνισσας που μύριζε ναφθαλίνη, δεν έλεγε πολλά, έκανε δουλειές, έκανε το σταυρό της, κοιτούσε προς τον ουρανό κι έσερνε τις παντόφλες της. Η Σοφία δικαιολογούσε την απουσία της και τις περίεργες ώρες με τις απαιτήσεις της δουλειάς˙ νοσοκόμα έλεγε ότι ήταν, γι’ αυτό και κάθε μέρα όταν έφευγε απ’ το σπίτι κι όταν επέστρεφε, φορούσε άσπρη ποδιά. Όμως οι ψίθυροι έδιναν κι έπαιρναν και τσάκιζαν τα κόκκαλα της μάνας μου, ενώ η ίδια κομμάτιαζε τα θραύσματα μέχρι να γίνουν σκόνη, αφού ο νους έχει την τάση να γεμίζει τα ζοφερά μισόλογα με ζόφο ακόμα πιο βαθύ… Είχε πείσει τον εαυτό της ότι, στο νοσοκομείο όπου εργαζόταν, η Σοφία ήταν ένα πολυεργαλείο: εκείνη με τα χνότα της αναισθητοποιούσε τους ασθενείς πριν απ’ το χειρουργείο˙ το σάλιο της ήταν το αντισηπτικό, τα δόντια της το νυστέρι που τους άνοιγε και η λαβίδα που αφαιρούσε κάθε τι άχρηστο απ’ τα σωθικά, ενώ η γλώσσα της το πατσαβούρι που στο τέλος καθάριζε τα αίματα απ’ το πάτωμα˙ εκείνη ήταν η πάπια, το σφουγγάρι και το θερμόμετρο για τους καθηλωμένους στο κρεβάτι, τα δε υγρά της ο ορός˙ εκείνη έδινε πάντα τον τελευταίο ασπασμό˙ εκείνη ετοίμαζε τους νεκρούς˙ αχ, κι αυτά που έκανε με τ’ άκαμπτά τους μέλη… Όταν η γιαγιά μου γυρνούσε σπίτι, η μανά μου ποτέ δεν την φιλούσε… Ήταν, βέβαια, κι η φτώχια… Η Σοφία έβγαζε πολλά, μοίραζε ωστόσο τα περισσότερα σε συναδέλφισσες λιγότερο τυχερές˙ ένοιωθε πως τους έκλεβε τη δουλειά…
Για να σβήσει τις νοσηρές σκέψεις, η μάνα μου έκλεινε τ’ αφτιά της και μιλούσε βροντόφωνα, όπου έβρισκε: στα λούτρινα παιγνίδια της, στα μπιμπελό, τα φωτιστικά, τα ντουβάρια… Σύντομα κατάλαβε πως κι οι δικές της λέξεις γεννούσαν ανοσιουργήματα και το γύρισε στις ασυναρτησίες… και στο τέλος σε άναρθρες κραυγές. Στο σχολείο, όπου το φαρμάκι των λέξεων εξαντλεί τη δύναμή του, δεν άντεξε ούτε μία μέρα.
Ήταν κοντά στα δεκάξι, όταν ένα πρωί η μάνα μου αντίκρισε τη θεούσα που την φρόντιζε άσπρη σαν το γάλα, κόκαλο στη πολυθρόνα˙ δεν έσερνε τις παντόφλες της ούτε έκανε το σταυρό της… Κι η μάνα μου γονάτισε μπροστά στη γριά και σφήνωσε το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια της˙ η ματιά της βυθίστηκε στη μαύρη ναφθαλίνη της φούστας. Πήρε τα παγωμένα, ροζιασμένα χέρια στα δικά της, τα τοποθέτησε στ’ αφτιά της κι αρχίνισε τις οιμωγές…, για ώρες…
Οι γείτονες ανησύχησαν˙ οι κραυγές της είχαν κάτι διαφορετικό απ’ ότι συνήθως, αλλόκοσμο… Φώναξαν κλειδαρά κι εμφανίστηκε ο πατέρας μου. Με το που άνοιξε η πόρτα, οι δύο τους έγιναν ζευγάρι˙ εκείνη τραγουδούσε τόσο όμορφα κι εκείνος έμοιαζε τόσο με τον Σωτήρα πάνω απ’ τον μπουφέ της τραπεζαρίας…, αλλά θα μπλέχτηκαν κι οι μυρωδιές…, δεν μπορεί! Και την πήρε απ’ το χέρι μακριά από εκεί. Κι ήτανε μέρα Κυριακή…

Για τους παππούδες μου δεν ξέρω κάτι… Ο ένας σίγουρα θα ’ταν κάποιος τυχαίος πελάτης της βρωμιάς… Αλλά κι ο άλλος, εξίσου τυχαίος θα ’ταν, μάλλον κάποιος δυσανεκτικός στη χλωρίνη… Έτσι κι εγώ τους έπλασα από τυχαία υλικά που μάζευα καθώς πήγαινα… Αν ήταν σουλάτσο ή πορεία…, ο χρόνος θα δείξει˙ αυτά τα ήξεραν καλύτερα οι παλιοί, αυτοί που έσκαψαν για μας και θάφτηκαν..., να ’ναι το χώμα που τους καλύπτει μήτε βαρύ μήτε ελαφρύ, να ’ναι απλά εκεί! Πάντως, είναι σημαντικό για ένα κορίτσι να έχει τους παππούδες που θέλει, να πατά γερά στο χώμα!
Ό ένας μου παππούς, δεν θυμάμαι ποιος απ’ τους δυο, ήταν αλφίνος, κάτασπρος σαν πανί γαλέρας απ’ την κορφή ως τα νύχια, πέρα από δύο μάτια γαλάζιους παγετώνες. Ο κόσμος ήταν σκληρός μαζί του, έτσι κι αυτός ξόδευε τη ζωή του αποτραβηγμένος στο φως, μέσα σ’ ένα σπίτι χωρίς παράθυρα όπου τα πάντα ήταν εξίσου λευκά, απ’ το πάτωμα έως τα έπιπλα, τις πόρτες, τα πλακάκια, τα κουζινικά… Το είχε, δε, γεμίσει με λάμπες φθορίου, τόσες ώστε το φως ν’ αναπηδά, να διαχέεται, να φτάνει παντού και να μην πέφτει ούτε σκιά… Τις μέρες του τις όριζε ο ίδιος και όχι τα τερτίπια του ήλιου. Κι ενώ ταίριαζε καλά μέσα στο σπίτι του, κάτι έλειπε για να ονομάζεται «σπίτι»: οι δόσεις του κενού δεν ήταν παρά ένα ανεπαρκές υποκατάστατο του τίποτα. Ήταν, βέβαια, και τα μάτια του˙ μπορεί καθρέπτες να μην είχε, αλλά ήξερε πως το γαλάζιο ήταν εκεί… Από φαΐ έτρωγε μόνο κατσικίσιο τυρί, ψίχα ψωμιού και τα ψαχνά ψαριών, κι έπινε μόνο γάλα και νερό… Όμως τ’ απόβλητά του τον τάραζαν μέχρι δακρύων!
Τα δάκρυα σταμάτησαν, όταν τυχαία μια μέρα άκουσε στα ερτζιανά ότι το λευκό εμπεριέχει όλα τα χρώματα…, συνεπώς, το ίδιο και αυτός. Κάθισε, λοιπόν, μπροστά σ’ ένα λευκό ορθογώνιο από ξύλο με πινέλα και μπογιές στα χέρια, με σκοπό να βγάλει τα χρώματά του στο φως. Κάθισε έτσι για μέρες –δικές του μέρες– και όταν βρήκε το κουράγιο, ξεκίνησε με λευκή μπογιά…, το τραύμα της συνήθειας δεν επουλώνεται στο άψε-σβήσε. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο του πήρε να βγει το πρώτο χρώμα, μα όταν βγήκε το έκανε με πάταγο, με εφτά χοντρές καμπύλες γραμμές, ένα ουράνιο τόξο.
Το ουράνιο τόξο μεταμορφώθηκε σ’ ένα παρδαλό ψάρι, στο οποίο προσέθεσε γυαλιστερά μηχανικά πόδια. Το ψάρι σύντομα έγινε μια φραντζόλα ψωμί και τα μηχανικά πόδια κοκαλιάρικα δάκτυλα που ψαχούλευαν τα ψαχνά του. Με τη σειρά της, η φραντζόλα μεταμορφώθηκε σε πράσινο έμβρυο, ενωμένο μέσω του πλακούντα με μία προνύμφη. Ένα μύδι με δόντια έκοψε τον πλακούντα και κατάπιε το έμβρυο. Η προνύμφη χαμογέλασε προτού εξαφανιστεί.
Συνέχισε να ζωγραφίζει τη μία εικόνα πάνω απ’ την άλλη στο ίδιο κομμάτι κόντρα πλακέ. Προτού καν ολοκληρωθεί η μία παράσταση, η επόμενη άρχιζε να μορφοποιείται. Κάποιες απ’ τις ζωγραφιές ίσως και να είχαν τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα επέτρεπαν στο συλλογικό νου να καθρεφτιστεί επάνω τους, όμως ο συλλογικός νους δεν συνάντησε ποτέ τα βραχύβια αυτά αριστουργήματα. Ο ίδιος, σε στιγμές ναρκισσιστικής αδυναμίας, επέστρεφε στο ενδεχόμενο της φωτογραφικής καταγραφής των διαδοχικών σταδίων του πίνακα. Κάθε φορά όμως, η μανιώδης φύση του –η οποία δεν ήταν διατεθειμένη ν’ ακυρώσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό της– υπερίσχυε της ματαιοδοξίας κι απέρριπτε την απαθανάτιση μιας αδιάλειπτης διαδικασίας ως ασύμβατη με την πνοή του έργου και νεκρολατρική.
Στρώμα με στρώμα μπογιάς, ο πίνακας γινόταν όλο και πιο παχύς. Ανωμαλίες άρχισαν να σχηματίζονται στην επιφάνειά του, εξογκώματα και ρωγμές που κατακερμάτιζαν τις απεικονίσεις και οδηγούσαν σε όλο και πιο αφαιρετικές μορφές. Με τον καιρό, τα εξογκώματα έγιναν βουνά, οι ρωγμές χαράδρες και οι μορφές σχήματα που δεν παρέπεμπαν πουθενά αλλού εκτός από τον εαυτό τους. Όταν ο πίνακας έγινε πια πολύ ογκώδης για το καβαλέτο, τον ξάπλωσε στο πάτωμα. Όσο μέρα με τη μέρα μετατρεπόταν σε γλυπτό, τόσο τον προσκαλούσε να εναποθέτει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες υλικών. Χούφτες έντονων χρωμάτων έτρεχαν στην απότομη επιφάνεια, αναμειγνύονταν μεταξύ τους και ξεραίνονταν σε γήινες αποχρώσεις. Εντω μεταξύ, είχε αρχίσει δειλά-δειλά να βγαίνει στον κόσμο, όλο και πιο συχνά… κι η μέρα του να ορίζεται απ’ το ρολόι…
Το έργο έμοιαζε πια με βράχο κομμένο στη μέση, όταν ξάφνου ένα πρωί, χρόνια πολλά μετά την πρώτη πινελιά, το γύρισε ανάποδα, στηρίζοντάς το σε μία αυτοσχέδια κατασκευή˙ έμοιαζε με τύμπανο συμφωνικής ορχήστρας. Κι άρχισε να ζωγραφίζει στην πίσω, επίπεδη και λεία επιφάνεια. Ξεκίνησε μ’ ένα σαλιγκάρι, το οποίο δεν άργησε να μεταμορφωθεί σε μία πόλη φάντασμα.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια αμέτρητα προτού εγκαταλείψει τα πινέλα και κρύψει τα χρώματα. Ο βράχος είχε πια ολοκληρωθεί. Αφού πρώτα τον φόρτωσε σ’ ένα αυτοκίνητο, οδήγησε μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου όπου άρχισε να τον σπρώχνει ασθμαίνοντας προς τη στέγη των θεών. Με κάθε βαθιά ανάσα τού ερχόταν στο νου και μία από τις ενταφιασμένες παραστάσεις, μία-μία σε αντίστροφη σειρά, παλινδρομώντας από την τελευταία στην αρχική. Κι είχε μια αίσθηση οικεία, λες κι ανάβαση του αυτή δε διέφερε σε τίποτα απ’ ότι έκανε κάθε μέρα τόσο καιρό.
Μερόνυχτα μετά, κάτω απ’ την σκιά της κορυφής συνάντησε ένα κοίλωμα, μια σχισμή στο βουνό βαθιά ίσα-ίσα για έναν άνθρωπο. Χώθηκε μέσα και τράβηξε το βράχο του ο οποίος κλείδωσε τέλεια στο στόμιο της σχισμής. Εκεί, είδε το ουράνιο τόξο να σβήνει στο εξαίσιο σκοτάδι. Για πρώτη φορά, ο βράχος του δεν κατρακύλησε.

Ο άλλος μου ο παππούς αγαπούσε τον κόσμο και τα καράβια˙ τα θαύμαζε συχνά από την παραλιακή να πηγαίνουν και να ’ρχονται. Ήταν μπάτσος μυστικός, ανακριτής…, αλλά έλεγε πως αυτό δεν ήταν παρά μια δουλειά για τα προς το ζειν… Έτσι κι αλλιώς το περισσότερο χρόνο τον περνούσε για κάλυψη ανάμεσα στους αντικαθεστωτικούς…, για πληροφορίες και στάχτη στα μάτια. Κάλυψη είχε και στη δουλειά: μια κουκούλα μαύρη από μετάξι!
Τα ηλεκτρόδια δεν τ’ αγαπούσε, ούτε τις τανάλιες, όμως η φάλαγγα είχε μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του˙ έμοιαζε τόσο με τον σκληρό περίπατο του βίου που μόνο αβίωτος δεν είναι! Το σώμα, έτσι όπως κρεμιόταν αναποδογυρισμένο με τη πλάτη στο σώμα και τα πόδια στον αέρα,, ήταν σαν να κουβαλά τη γη και να πασχίζει να βαδίσει στον ουρανό! Κι ο ουρανός χτυπούσε.
Όταν κατέβαζε με ορμή το κλομπ, φώναζε: «μίλα!», δίχως να λέει άλλη κουβέντα, να κάνει κάποια συγκεκριμένη ερώτηση. Η αναποδογυρισμένη ψυχή δεν ήξερε τι να πει. Όσο όμως η ορμή του ξύλου και της φωνής κορυφωνόταν, άρχιζε να κελαηδάει, για ό,τι της ερχότανε στου νου…, λόγια σπαραχτικά που κατέρρεαν σε παραλήρημα. Αυτά τα λόγια ο παππούς μου τα κατέγραφε κι αργότερα έπλαθε ποιήματα μ’ αυτά. Δεν ένοιωθε τύψεις που οι λέξεις δεν ήτανε δικές του… Μόνο εκείνος –ισχυριζόταν ο ίδιος– ένοιωθε πραγματικά τον πόνο τους. Ήταν βγαλμένες, έλεγε, απ’ τη ζωή και εν σοφία ποιημένες…
Ένα απόγευμα, θρονιασμένος σε κάποιο παραλιακό παγκάκι σα σε εξώστη θεάτρου, παρακολουθούσε τα πλοία καθώς ξεμπούκαραν απ’ το λιμάνι. Φάνταζαν σαν αλλόκοτα πλάσματα, αυτόβουλοι γίγαντες που αποφάσιζαν οι ίδιοι προς τα πού θα πορευτούν και για ποιον λόγο. Ένα γυαλιστερό, γαλάζιο κολιμπρί πέρασε αστραπιαία μπρος απ’ τα μάτια του˙ ίσα που ακουμπούσε το νερό, αφήνοντας πίσω του μια μακριά λευκή χαρακιά. Ένας δράκος κάπνιζε στ’ ανοιχτά. Στο βάθος του ορίζοντα σερνόταν ένα κήτος με πολύχρωμες φολίδες, ένα φορτηγό που έμοιαζε πως θα βυθιζόταν μ’ ένα και μόνο επιπλέον κοντέινερ στη ράχη του.
Η γλυκύτητα του ανοιξιάτικου δειλινού είχε ξετρυπώσει όλους τους τρωγλοδύτες της πόλης. Σκυλιά έτρεχαν εδώ κι εκεί, εξαντλώντας τη δύναμη της φωνής τους προτού επιστρέψουν στη σιωπή του εγκλεισμού. Στην ακρογιαλιά, λουόμενοι με ρακέτες στα χέρια διατυμπάνιζαν την παρουσία τους, ενώ δυο ψευτόμαγκες στο διπλανό παγκάκι χτυπούσαν με δύναμη τα πούλια στο τάβλι υπό τη συνοδεία καντηλιών. Ωστόσο, τίποτα δε φαινόταν ικανό ν’ αποσπάσει την προσοχή του, μέχρι που ένα μωρό λίγο πιο πέρα ξέσπασε σε κλάματα. Οι διαπεραστικές τσιρίδες, σαν εισαγγελικές κορώνες στην υπηρεσία της πραγματικότητας, εισέβαλλαν στο αλαβάστρινό του χάζι, λεκιάζοντας το με αίμα αχνιστό. Κάπως έτσι, αναπάντεχα, συνειδητοποίησε πως, όποτε περιεργαζόταν τα πλοία, αμελούσε κάθε φορά να συνυπολογίσει πως αυτά τα μεταλλικά θαλάσσια τέρατα κουβαλούν στα σωθικά τους και κάποιους ανθρώπους, ψυχές που σουλατσάρουν στο ταξίδι της δικής τους ζωής: έναν μετανάστη που, μετά από τριάντα χρόνια στα ξένα, γυρνά στην πατρίδα για να προσκυνήσει στον τάφο της μητέρας του˙ μια λογοδοσμένη κοπελιά που με βλέμμα θλιμμένης Παναγίας και τα χέρια σταυρωμένα ανάμεσα στα πόδια πάει να συναντήσει για πρώτη φορά τον μνηστήρα της˙ έναν γεράκο που επιστρέφει στο νησί μετά από ιατρικές εξετάσεις στην πρωτεύουσα με μια πλαστική σακούλα και μέσα της ένα φάκελο γεμάτο κακά μαντάτα. Τούτη η αναγνώριση τον ξάφνιασε και συνάμα τον γέμισε μ’ ενοχές˙ ο εξοστρακισμός του ανθρώπινου στοιχείου από την αισθητική του περιπλάνηση άγγιζε τα όρια της ύβρεως, η εθελούσια αποκοπή του από το ίδιο του το γένος!
Σκούπισε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο με το μαντήλι του, άρπαξε την εφημερίδα που ’χε παρατήσει δίπλα του στο παγκάκι και την άνοιξε για να ξεχαστεί, να στρέψει το νου σ’ άλλη κατεύθυνση. Όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να προσκαλέσει τις ίδιες ανησυχίες που επανήλθαν δριμύτερες, καθώς, κάπου ανάμεσα στο χαρτί και τους οφθαλμούς του, τα γεγονότα μετουσιώνονταν σε ιστορίες, σε λεκτικές κατασκευές που ουδεμία σχέση διατηρούσαν με τα πάθη των ζωντανών.
Σηκώθηκε απότομα και τσίμπησε με δύναμη τα μάγουλα. Στόχος του ήταν να επιστρέψει σπίτι κι εκεί, μονάχος κάτω απ’ τα κλινοσκεπάσματα, ν’ αυτοτιμωρηθεί… Μα οι λογισμοί, βδέλλες στους κροτάφους, δεν έλεγαν να τον αφήσουν. Οι ίδιες του οι σκέψεις φάνταζαν ολοκληρωτικά αποκομμένες απ’ τ’ αντικείμενα που τις πυροδοτούσαν, κούφια περιβλήματα που ’χαν αποβάλει κάθε ουσία εν τη γενέσει τους και, σαν καμπάνες δίχως γλωσσίδι, αντηχούσαν την πλήρη αποξένωσή του από κάθε τι με σάρκα και οστά. Τα πόδια του άρχισαν από μόνα τους να κινούνται γοργά, πιο γοργά απ’ όσο κι ο ίδιος τα θεωρούσε ικανά. Τον οδήγησαν στο λιμάνι, όπου πλησίασε το πρώτο πλοίο προς αναχώρηση και, για να προσθέσει τον «άνθρωπο» στο φαντασιόπληκτό του αγνάντεμα, χώθηκε στην κοιλιά του κήτους.
Στο σαλόνι, αφού πρώτα επέλεξε την πιο στρατηγική θέση, δίπλα σε δυο γριές με στόματα-πολυβόλο, έστησε αφτί. Μειδιούσε όσο τις άκουγε να παραπονιούνται για τις συντάξεις, τ’ ανεπρόκοπα εγγόνια τους και τα πρησμένα τους πόδια. Όταν δε εκείνες συμφώνησαν πως, μετά το προσκύνημά τους στη Σπηλιά του Θεολόγου, ο Άγιος θα μεριμνούσε κι όλα θα έμπαιναν σε σωστή σειρά, με το ζόρι συγκράτησε τα χάχανα.
Οι αναπόδραστοι νόμοι της φύσης και του ανθρώπου είχαν επανακτήσει τη θέση που τους άρμοζε: στο τιμόνι της ζωής του. Τόση ήταν η ανακούφισή του ώστε δεν πρόσεξε πως, αν και το πλοίο είχε μόλις σαλπάρει, η υπερβολική του ευαισθησία στη θάλασσα είχε ήδη σπρώξει το περιεχόμενο του στομάχου μέχρι το λαιμό. Παρά την ενόχληση, περιχαρής πετάχτηκε απ’ τη θέση του και περιχαρής, με το ’να χέρι να καλύπτει το στόμα, έτρεξε προς το κατάστρωμα.
Σκυμμένος στην κουπαστή, καθάρισε τα χείλη του με το μανίκι του σακακιού του. Είχε πέσει το βραδάκι. Σήκωσε το κεφάλι˙ ένα χαλί από μικρά φωτάκια απλωνόταν στο βάθος. Η πόλη είχε περιοριστεί σε μια φαντασμαγορία για τη δική του τέρψη αποκλειστικά. Κάπου εκεί απέναντι, καθισμένος σε κάποιο παγκάκι, ένας άνδρας αγνάντευε τα πλοία. Κι ήτανε μέρα Κυριακή.
Ο παππούς μου δεν ξαναγύρισε στη δουλειά του. Συνέχισε στα πλοία, σε μόνιμη ναυτία ξερνώντας ποιήματα, με λέξεις ολόδικές του πια…

Την ώρα που γεννιόμουν έσκαγαν βεγγαλικά, μα οι λάμψεις, χρωματιστές και εύθυμες, δεν ήταν για του λόγου μου˙ για μένα ήταν οι κρότοι… Ηχούσαν κορναρίσματα-καλωσορίσματα, αλλά όχι για την αφεντιά μου˙ για μένα ηχούσανε σειρήνες… Εγώ δεν ήμουν έτοιμη να βγω από ένα καταφύγιο τόσο, μα τόσο ιδανικό, διατεθειμένη με το κεφάλι σαν πρωτάρα, άβγαλτη να προσγειωθώ… Κι αφού δεν έλεγα να πάρω την ενδεδειγμένη θέση, ν’ ανταλλάξω τη στάση ενός εμβρύου για καμιά άλλη επιπαγή επί της γης πιεστηρίου, η πρώτη μου εμπειρία ήρθε διττή, θάμα και τιμωρία˙ ο θόλος που με τάιζε, ουράνιος και σπλαχνικός, σαν απ’ αστροπελέκι σχίστηκε στα δυο και με το ζόρι τραβήχτηκα στο στομωμένο φως. Κι ένα τραγούδι ακουγόταν που δεν ήταν το δικό μου, μα με το έτσι θέλω γίνηκε το τραγούδι μου: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά…».
Το πρώτο μάθημα ήρθε με μια ψαλιδιά, μ’ έναν κόμπο κι ένα χτύπημα στην πλάτη… Και με ευχές, πολλές ευχές…, τόσες που για να δικαιωθούνε όλες γκρεμίζονταν ένα-ένα όλα τ’ αστέρια απ’ το στερέωμα, κι εγώ που ήμουν το πιο κοινό τάδε της φύσης, έγινα πτώση με πτώση κάτι το ξεχωριστό, ένα δείνα εγώ εν δυνάμει… Και κάπως έτσι, το θάμβος έγινε θολούρα… Σημάδι εκ γενετής δεν είχα στην επιδερμίδα, μα λόγο στο λόγο, σημάδι έγινα ολάκερη, αδιόρατο και απλωμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια…
Από την πρώτη στιγμή κιόλας, η μάνα μου άρχισε να γράφει για λογαριασμό μου το δικό μου ημερολόγιο, σε πρώτο ενικό σ’ ένα μπλε σχολικό τετραδιάκι:
«Αυτές οι λευκές σκιές που έρχονται και με πλένουν και με ντύνουν δεν μου αρέσουν καθόλου, με μπερδεύουν. Καμιά δεν είναι σαν την μαμά μου! Δεν την βλέπω καθαρά ακόμα, αλλά είναι η πιο όμορφη του κόσμου! Κι όμως, ας νοιώθω μισή μακριά της, εγώ δεν κλαψουρίζω σαν όλα τ’ άλλα τα μωρά στο θάλαμο, εγώ είμαι δυνατή… κι έχω και την Παναγιά στο πλευρό μου…
»Τι τράβηξε η καημένη η μαμά μου να με κουβαλά εννιά ολάκερους μήνες: οι ζαλάδες, η ανησυχία, η κούραση! Χάλασε και το σώμα της, γέμισε ραγάδες…, κατέστρεψαν και την όμορφη κοιλίτσα της με μια κακάσχημη χαρακιά… Ανυπομονώ να πάμε σπίτι για να μείνουμε οι δυο μας και να της ανταποδώσω όσα της χρωστώ!
»Σήμερα φτάσαμε σπίτι…, δεν θα μπορούσε παιδί να ζητήσει πιο ζεστή φωλίτσα! Και το δωμάτιο μου, ροζ σαν αυγή σε μπομπονιέρα! Αν είχε καταφέρει ο ανεπρόκοπος ο πατέρας μου να ζωγραφίσει και τις νεράιδες που του είχε πει η μαμά…, θα ήταν τέλειο!
»Συγγνώμη μαμάκα αν σε πόνεσα, θα προσπαθήσω να μη ρουφάω τόσο δυνατά… Συγγνώμη μητέρα, θα βγάλω το σκασμό!».
Εγώ έλεγα τα δικά μου, κι όσο κανείς δεν καταλάβαινε παρέμεναν δικά μου…., και τα δικά μου έκανα κι όσο κανείς δεν τα ’πιανε ήταν μοναδικά μου… Άπλωνα τα χέρια κι άγγιζα πάνω απ’ την κούνια μου ένα σύμπαν παρδαλό, σεινάμενο και σε τροχιές κουνάμενο, σε κουλούρες απ’ άκρη σ’ άκρη γεμιστές… Τα πάντα ήταν ξάστερα κι ευανάγνωστα…, εκτός απ’ τους ανθρώπους… Μα, όσο σιγά-σιγά μάθαινα πως άνθρωπος ήμουνα και του λόγου μου, τόσο γινόμουν όλο και πιο μηδενική…
Κι άρχισα το μπουσούλητο, με στόχο να πηγαίνω εδώ κι εκεί, να σέρνομαι πάνω στο πιτσιλωτό χαλί και το μωσαϊκό, κάτω από το τραπέζι και πίσω απ’ τον καναπέ, να κάνω κύκλους και οχτάρια, να χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, να σταματώ και να αρχίζω πάλι μέχρι τα γόνατα να κάψουν…. Όμως, ο πατέρας μ’ έστηνε με το στανιό στη μία άκρη του σαλονιού, ανάμεσα σε δύο μεγάλες μαξιλάρες για να μη βλέπω αριστερά-δεξιά –σαν άλογο κούρσας σε αφετηρία–, να κοιτώ μόνο μπροστά, αντίκρυ όπου σε μια πολυθρόνα καθότανε η μάνα μου με χέρια ορθάνοικτα και με καλούσε με γλυκόλογα που γίνονταν προτροπές που γίνονταν διαταγές που γίνονταν απειλές που γίνονταν τσιρίδες… Και ζητούσε…., ζητούσε να της τραγουδήσω, για εκείνην να ξαναγεννηθώ, και πρόσταζε: «Σήκω πάνω, έχεις αργήσει, σε πρόλαβε ο γιος του γείτονα…, κι είναι και ένα μήνα πιο μικρός!». Όταν, δε, σηκώθηκα, με έστησε στον τοίχο και στάθηκα στο ύψος μου και το ύψος μου έγινε γραμμή και η γραμμή αριθμός και νούμερο.
Τα βράδια μες στο σκοτάδι, όταν στο παρκοκρέβατο όρθωνα το ανάστημά μου για να μετρηθώ με κάγκελα, η μάνα φώναζε: «Κάτσε κάτω, ο γιος του γείτονα κοιμάται σαν πουλάκι!». Η ίδια φράση επαναλαμβανόταν με ακρίβεια κάθε εξήντα δευτερόλεπτα˙ την είχε ηχογραφήσει σε μια μπομπίνα που έπαιζε όλη τη νύχτα για να κοιμάται εκείνη ήσυχη. «Κάτσε κάτω-κάτσε κάτω-κάτσε κάτω…»

Κι ήρθε και το περπάτημα, βήματα άτσαλα και πάλι στην ίδια την πορεία προς μία πολυθρόνα λαμπερή, πιο εκτυφλωτική ακόμα κι από θρόνο… Τη μέρα που έβγαλα το πρώτο μου δοντάκι έκλαιγα με το πόνο οδόντα που χανόταν. Ενώ τη μέρα που έσβησα το ένα, το πρώτο μου κεράκι, αυτή που φύσαγε ήταν η μάνα μου αυτοπροσώπως… Κι ηχούσε το τραγουδάκι: «…κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος…». Και γέμιζε και άλλο και άλλο μπλε τετραδιάκι:
«Τι όμορφη τούρτα έφτιαξε με τα χεράκια της η μαμά, έργο τέχνης…, με τ’ όνομα μου κόκκινο κεράσι σ’ άσπρη σαντιγί! Θα κάνω ότι μπορώ για να της αποδείξω ότι την αξίζω. Να, αυτό εύχομαι…, να μην την απογοητεύσω ποτέ! Εκείνη γίνεται θυσία για μένα˙ ξαγρυπνά, στύβεται σα λεμονόκουπα, τα νιάτα της ξοδεύει ξεσκατίζοντας… Ούτε ένα λεπτό για τον εαυτό της δεν κρατά! Πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο. Από αύριο θα είμαι καλύτερη!
»Σήμερα χαμογέλασε μετά από εβδομάδες η μαμά… Πόσο χαίρομαι όταν γελάει με τις σαχλαμάρες που κάνω… Αλλά αυτά σύντομα θα πρέπει να κοπούν…, σύντομα θα είμαι μια μικρή κυρία πια…
»Τι άτυχα που είναι τα άλλα τα παιδιά μ’ αδέλφια, αναγκασμένα να μοιράζονται μία μητέρα! Εμένα είναι όλη δική μου, και θα ’μαι για πάντα δική της όλη. Αν δεν υπήρχε κι ο άλλος μες στο σπίτι…, θα ’ταν όλα πέρα για πέρα τέλεια!
»Θέλω τόσο να προφέρω τη πρώτη μου λεξούλα, να προλάβω το γιο του γείτονα… Και θα ’ναι τ’ όνομά της… Προσπαθώ, προσπαθώ…, μα είμαι μια άχρηστη…».
Η πρώτη μου λέξη ήταν ένα «μα» και μετά ένα δεύτερο…, μα όλοι άκουσαν «μαμά»! Κι όταν ήρθε η ώρα να κάνω τη μεγάλη τη βουτιά στην κολυμβήθρα, εγώ έκλαιγα «μα» και «μα» και «μα», μα όλοι ακούγανε «μάνα, μητέρα όλων Παναγιά»˙ λίγο πριν είχα γενεί πιστή με κάποιου άλλου τη φωνή… Κι από τα ύδατα ανεδύθην βρώμικη ως το κόκκαλο και δούλη Κυριακή!
§
Τα δόντια έβγαιναν το ένα με το άλλο, και τα «μα» γίνονταν λέξεις κι άλλες λέξεις, με άλλες φωνές κι άλλες τρεμουλιαστές Και οι γραμμές στον τοίχο ψήλωναν, και γεμίζανε οι γραμμές στα μπλε τεραδιάκια:
«Ευτυχώς, πήρα τα πράσινα μάτια της μαμάς και τα κατάμαυρα μαλλιά της. Πόσο μ’ αρέσει όταν τα πλέκει, όταν τους βάζει κόκκινους φιόγκους και πορτοκαλί. Ποτέ δεν θα τα κόψω, θ’ αφήσω τις πλεξούδες μακριές, μια μέρα ν’ ανεβεί στο παραθύρι μου το πριγκιπόπουλο και να με κλέψει, καλύτερη τύχη να έχω απ’ τη μαμά… Άξιζε κάτι καλύτερο, τον κόσμο ολόκληρο…
»Σήμερα πάλι στεναχώρησα τη μαμά…, μου το ’χει πει χίλιες φορές να μη πιπιλώ το δάχτυλο…, αυτά δεν είναι καμώματα για μια κυρία…
»Συγγνώμη μαμάκα μου…, δεν θα ξαναβάλω το χέρι ανάμεσα στα πόδια μου, τ’ ορκίζομαι… Συγγνώμη Παναγίτσα μου! Συγγνώμη για τα σπυράκια, δε θα τα ξύσω άλλη φορά, θα καθαρίσουν…, το υπόσχομαι!».

Ήμουν παιδί και έπαιζα με τ’ άλλα τα παιδιά, αλλά όχι στα παιγνίδια τους. Έκανα την τυφλόμυγα, μπουφ κι α μπέμπα μπλομ, μα ήμουν μυγοπαγίδα ακίνητη στα σκοτεινά με ανοιχτά τα χέρια˙ τ’ αγοράκια έπεφταν πάνω μου από μόνα τους να μ’ αγκαλιάσουν, και τ’ άλλα με τις κοτσίδες για να με ξεμαλλιάσουν. Του κίθε μπλομ δεν κυνηγούσα, χαμογελούσα μόνο, και πιο πολύ γελούσα όταν τους άφηνα για πλάκα να με πιάσουν. Α μπεμπαμπλόμ έτρεχα μόνο επειδή ήταν γραμμένο και γραφτό στο εγχειρίδιο των ποδιών, τουκίθε μπλομ. Ήμουν κλέφτης και φώναζα «ψηλά τα χέρια», μπλιμ μπλομ και αστυνόμος και κυρία: «φτου, φτου ξελευτερία!». Ήμουν μικρή και μίκραινα με τ’ αλλά τα μικρά, μα όχι ως τη μικρότητα. Άκατα μάκατα στ’ ανοιχτά στεκόμουν να κρυφτώ, σούκουτου μπε χωνόμουν σε κρυψώνες για ν’ αποκαλυφθώ. Άκατα μάκατα κάτω απ’ τις φούχτες μετρούσα ως τα εκατό, σουκουτουμπέ και πάλι πίσω ως το μηδέν και πάλι εκατό μηδέν και άμπε φάμπε ντομινέ. Όταν ερχόταν, δε, η στιγμή να βγω, εγώ καθόμουν άπραγη μέχρι να βαρεθούν και μόνοι τους να εμφανιστούν. Πουλούσα τη βιολέτα ένα φράγκο κι αγόραζα τσιγκολελέτα. Ήμουνα ένοχη κι ενοχοποιούμουν απ’ άλλους που ήταν ένοχοι, μα όχι μέχρι σημείου ενοχής. Άκατα μάκατα ήμουνα στρατιωτάκι, τέλεια αμίλητο κι ακούνητο και τόσο τέλειο που δε με διάλεγαν μα μ’ έπαιζαν γιατί σουκουτουμπέ περνούσε η μέλισσα, περνά-περνά και δεν περνάς κυρά Μαρία, μα δε με λέγαν Παναγία με τα μελισσόπουλα και με τα κλωσσόπουλα, με λέγαν Κυριακή. Και στο σχοινάκι σκόνταφτα η κουτσή και κούτσαινα με τ’ άλλα τα κουτσά, μα πέρα έξω απ’ το κουτσό, και άμπε φάμπε βγε έξω πιο πέρα από τις γραμμές. Πόσο αγαπούσαν πάνω μου τα μήλα να κλωτσούν, γιατί ποτέ δεν κέρδιζα, ζουμ-ζουμ, ποτέ δεν έχανα, ζουμ να οι μέλισσες περνούν… Για να δούμε τι θα πουν; Και πήγαινα εκεί στη Βόρεια Αμερική, όταν η μπάλα έπεφτε στου γέρου την αυλή εμένα έστελναν, τη γάτα την μπιρμπιλομάτα, για να του την ζητήσω πίσω με νάζι, φόβο και ντροπή. Και γύριζα με τον ελέφαντα που παίζει μουσική και μ’ ένα κόκκινο βρακί και φώναζα «μάνα» για να μη με βρει και μόνη μου καθόμουνα στην κούνια για να μη σαλέψω, παρέα με τη μάνα γη και μόνη μου γλιστρούσα σε μια τσουλήθρα που έτσουζε και μόνη στην τραμπάλα περίμενα να πέσει κάτι απ’ τον ουρανό μήπως και έτσι σηκωθώ, μήπως και γκρεμιστώ και για το γδάρσιμο απολογηθώ κι ερχότανε η μάνα και με τραβούσε απ’ τ’ αφτάκι κι η μάνα έγραφε στο μπλε τετραδιάκι: «Τι αμαρτίες πληρώνει αυτή η άγια γυναίκα! Να, φιλώ σταυρό! Δεν θ’ απομακρυνθώ ποτέ ξανά ούτε θα ξαναπαίξω με το γιο του γείτονα… Αυτός δεν έχει στον ήλιο μοίρα…, σαν τον μπαμπά!».

Το σπίτι μας είχε κήπο…, όχι σπουδαία πράματα, δέκα επί δέκα βήματα, μα ο μπαμπάς ισχυριζόταν πως ήταν μαγικός, έλεγε μάλιστα πως ο ήταν ο κήπος μας που είχε ένα σπίτι. Παλιά ήταν στρωμένος με πλάκες, μα ο μπαμπάς τις είχε βγάλει κι είχε φέρει χώμα καλό και λίπασμα. Είχε ασβεστώσει την τσιμεντένια μάντρα, και την είχε ζωγραφίσει με πολύχρωμα λουλούδια, μέλισσες και πασχαλίτσες, ενώ με κόκκινη μπογιά είχε γράψει: «Η Κυριακή της Κυριακής». Με έπαιρνε απ’ το χέρι και μου έδειχνε πως να σκαλίζω, να χώνω σπόρους στη γη, να ποτίζω και να περιμένω… Όμως τίποτα δεν έπιανε, ούτε χορτάρι ούτε ζιζάνια ούτε καν μια τόση δα τσουκνίδα! Κάθε απόγευμα καθόμαστε μαζί με τις ώρες και κοιτούσαμε το χώμα, του μιλούσαμε, του τραγουδούσαμε και περιμέναμε…, μάταια. Κι η μαμά καθάριζε ψάρια και φώναζε απ’ την κουζίνα.
Ο μπαμπάς μού έλεγε να μην στεναχωριέμαι, έλεγε πως πολλές φορές οι σπόροι πέφτουν στο χώμα και κοιμούνται κι ένα τράνταγμα είναι αρκετό κάποια στιγμή, εκεί που δεν το περιμένεις, να τους ξυπνήσει. Έτσι, χτυπούσαμε τα πόδια στη γη, τρέχαμε γύρω και γύρω, χορεύαμε και κάναμε τους ινδιάνους…, και η μαμά ξεσκόνιζε κι έβριζε απ’ το σαλόνι. Εμένα διόλου δεν με πείραζε˙ μου έφτανε να κοιτώ το χώμα με τον μπαμπά, και τα ζωγραφιστά λουλούδια ήταν πέρα για πέρα αρκετά. Όμως εκείνος πληγωνόταν, ειδικά όταν στη γειτονιά άρχισαν να με φωνάζουν «κακό χερικό»… Αλλά δεν το έβαζε κάτω, μ’ αγκάλιαζε κι έλεγε: «Σπέρνε εσύ, σκάλιζε, πότιζε και τραγούδα, και δεν μπορεί…, όλο και κάτι θα φυτρώσει!». Και η μαμά έστρωνε τα σεντόνια, στρίγγλιζε απ’ τη κρεβατοκάμαρα κι έγραφε:
«Δεν τον αντέχω πια! Να με σέρνει στα χώματα χωρίς λόγο, λες κι είμαι κάνα γίδι! Να κοιτάμε σαν χάνοι το τίποτα και να γελάμε με αέρα κοπανιστό! Έχουμε γίνει ρεντίκολο στη γειτονιά!
»Δεν έχω καιρό για χάσιμο… Σήμερα η μαμά μου έμαθε το “άλφα”…, λέει πως σε ένα χρόνο θα έχω φτάσει ως το “ωμέγα”! Πόσο τυχερή είμαι που την έχω, εκείνη αναγκάστηκε να μάθει μόνη γράμματα… Μέχρι να πάω σχολείο θα διαβάζω ακόμα και τους Ψαλμούς του Δαυίδ!
»Αἰνεῖτε αὐτόν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτόν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ. Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον, ἀλληλούϊα.».
§
Ήταν μια Κυριακή, πρωί-πρωί όταν στον κήπο βγήκα και…, θαύμα: ένα άσπρο μπουμπουκάκι είχε ξεμυτίσει, μια τόση δα μαργαριτούλα. Έτρεξα να φέρω τον πατέρα μου…, δεν ήμουν πια ένα άχρηστο χερικό! Πω-πω χαρές και δες τα πανηγύρια! Η δε μαμά σιδέρωνε και απ’ το χωλ βρυχούταν: «Γρήγορα, αργήσαμε για τη λειτουργία!».
Για μέρες χορεύαμε γύρω απ’ τη μαργαρίτα, κι όσο αυτή μεγάλωνε καμαρωτή-καμαρωτή, τόσο δυνάμωναν και τα τραγούδια. Μα αυτά όλα ως το πρωί που ξύπνησα –και πάλι Κυριακή– και την αντίκρισα πλάι στο προσκεφάλι μου, στο κομοδίνο σκυθρωπή σ’ ένα μικρό βαζάκι…. Κι η μάνα είχε γράψει στο μπλε τετραδιάκι:«Πόσο, μα πόσο νοιάζεται για μένα η μαμά, τόσο που με ξυπνά με λουλουδάκια και φιλιά! Το ’πε, το ’πε κι η μαργαρίτα, μ’ αγαπά-μ’ αγαπά-μ’ αγαπά!».
Την επομένη κιόλας, ένα κομμάτι άσπρο μάρμαρο μεγάλο σαν παγοκολώνα –ίσαμε τρεις φορές το μπόι μου– λιαζόταν πάνω στο χώμα, εκεί που πριν έστεκε η μαργαρίτα˙ ο πατέρας είχε κάνει την επανάστασή του, είχε οπλιστεί μ’ ένα καλέμι, ένα σφυρί και έναν στόχο: να σκαλίσει ένα άνθος πελώριο, αμάραντο, για μένα άφθαρτο και πανώριο.
Στα μάτια μου, έτσι όπως ήταν, η πέτρα φάνταζε λουλούδι αρκετό. Όμως ο μπαμπάς ήθελε σώνει και ντε να δώσει σχήμα μπουμπουκιού στο κυβικό μπουμπούκι. Για μήνες περιεργαζόταν το μάρμαρο, πάνω-κάτω τα νερά και γύρω-γύρω, μήπως και μέσα στη μορφή του εμφανιστεί η άλλη η μορφή η πιο σωστή˙ είχε ακούσει πως έτσι κάνουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες! Και όλο με ρωτούσε: «Βλέπεις κάτι;»… Εγώ δεν ήξερα ποιο απ’ τα κάτι όλα να του πρωτοπώ… Φοβόταν το πρώτο χτύπημα μήπως και κάνει κάποιο λάθος, κι εγώ δεν είχα το κουράγιο να του πω πως μια αρχή δεν θα μπορούσε να ’ταν παρά λάθος. Κι η μάνα έπλενε ασπρόρουχα και ξελαρυγγιαζόταν απ’ το μπάνιο. Τελικά δεν άντεξα να τον βλέπω να τυραννιέται… Πήρα το καλέμι, και με μια τοσοδούλα γρατζουνιά έκανα εγώ το λάθος. Και λύθηκε ο μπαμπάς.
Όσο σκάλιζε, είχαμε το παιγνίδι μας: κάθε φορά που χτυπούσε το μάρμαρο, του έκανα μια ερώτηση. Εκείνος απαντούσε, ξαναχτυπούσε…, και πάλι ερώτηση.
«Μπαμπά, γατί χτυπάς το μάρμαρο;»
«Για να φτιάξω ένα λουλούδι» και τικ…
«Γιατί να φτιάξεις ένα λουλούδι;»
«Για να στο κάνω δώρο» και τακ…
«Γιατί να μου το κάνεις δώρο;»
«Γιατί είσαι το κορίτσι μου» και τικ…
«Γιατί είμαι το κορίτσι σου;»
«Γιατί σε γέννησε η μαμά» και τακ.
«Γιατί με γέννησε η μαμά;».
«Γιατί οι γυναίκες κάνουν παιδιά» και τικ και τακ και τικ και τακ και η μαμά
τρελαινόταν στο σπίτι μέσα και μέσα απ’ το σπίτι φώναζε και στρίγγλιζε!
«Μπαμπά γιατί φωνάζει η μαμά;»
«Γιατί έχει νεύρα» και τικ…
«Γιατί έχει νεύρα;»
«Γιατί η ζωή της δεν είναι αυτή που θα ’θελε» και τακ…
«Γιατί η ζωή της δεν είναι αυτή που θα ’θελε;»
«Γιατί έκανε λάθος επιλογές» και τικ…
«Γιατί έκανε λάθος επιλογές;»
«Γιατί δεν είμαστε τέλειοι» και τακ…
«Μα, γιατί δεν είμαστε τέλειοι;»
Και τικ και τακ φώναζε η μαμά απ’ τη τραπεζαρία και τικ και τακ και τικ και τακ και ούρλιαζε: «Ελάτε, σούπα!».

Στην μητέρα άρεσαν πολύ οι σούπες… Το τραπέζι του φαγητού ήταν παλιό, από σκούρο ξύλο, βαρύ με πόδια σκαλιστά…, αλλά έπαιζε διαρκώς. Μάταια προσπαθούσε ο μπαμπάς. Έβαζε σφήνα στο ένα πόδι, έπαιζε το άλλο…, έβαζε στο άλλο, έπαιζε το ένα. Δεν του ’χε περάσει απ’ το μυαλό πως ίσως και να έφταιγε το πάτωμα. Μα εγώ ήξερα: όσο και λείο κι αν φαινόταν το μωσαϊκό, οι πέτρες ακόμα κουβαλούσαν ακέραια την τραχύτητά τους… Η δε μητέρα, γέμιζε τα βαθιά πιάτα της σούπας μέχρι πάνω κι έστρωνε τραπεζομάντηλο ακόμα και τις καθημερινές, έτσι ώστε, όταν καθόμασταν να φάμε και το τραπέζι κουνιόταν πέρα-δώθε, το υγρό να υπερχειλίζει και ν’ απλώνεται με φασαρία στο λευκό ύφασμα… Και τότε του ’ριχνε κάτι ματιές…, κι εκείνος κατέβαζε το βλέμμα. Οι ρουφηξιές της, ανυπόφορα επιδεικτικές, έσταζαν σκέτο φαρμάκι. Με ρουφηξιές του θύμιζε ότι κάποτε της είχε υποσχεθεί πως όλα θ’ άλλαζαν, πως θα ξεχνούσε τι σημαίνει μοναξιά, φόβος, ντροπή…, πως δεν θα φώναζε ποτέ ξανά με τα χέρια στ’ αφτιά, όπως τότε…, με ρουφηξιές… Κι ανάμεσα στις ρουφηξιές, αντηχούσαν μόνο χτύποι… από καρδιές κι απ’ το μεγάλο εκκρεμές στο χωλ…

Τρώγαμε ψαρόσουπα, όταν ένα βράδυ Κυριακής πέντε ξεροί και βροντεροί χτύποι στην πόρτα τίναξαν εμάς και τράνταξαν το τραπέζι˙ το τραπεζομάντηλο μούσκεψε απ’ άκρη σ’ άκρη. Ακολούθησαν άλλοι τρεις, πιο απειλητικοί. Ο πατέρας σηκώθηκε κι άνοιξε την πόρτα απερίσκεπτα, δίχως πρώτα να ελέγξει στο ματάκι. Βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο τύπους βλοσυρούς: έναν σταφιδιασμένο ψηλολέλεκα με χλωμό πρόσωπο και μαύρα δόντια, κι έναν ολοστρόγγυλο στούμπο με ελαφρώς πρασινισμένο πρόσωπο και προγούλι τουμπανιασμένο σα φούσκα κοάζοντα βατράχου. Φορούσαν κι οι δυο καπαρντίνα, γυαλιά ηλίου και καπέλο, όλα μαύρα! Η μητέρα δεν κούνησε ούτε φρύδι, ενώ εγώ γελούσα˙ νόμιζα πως ήταν μια απ’ τις πλάκες του μπαμπά… Ο ψηλός τον άρπαξε παραμάσχαλα υπό την απειλή όπλου και –έτσι όπως ήταν, ξυπόλητος, με τις καλές χρυσαφί πυτζάμες του– τον έσυρε στο δρόμο μέχρι ένα αυτοκίνητο, μαύρο κι αυτό, από ’κείνα τα αμερικάνικα του πενήντα με τα φτερά σαν νυχτερίδας. Τον έχωσε στο πίσω κάθισμα και κάθισε πλάι του. Ο κοντός έκατσε στη θέση του οδηγού.
Όσο το αυτοκίνητο διέσχιζε τη πόλη, το ασημένιο περίστροφο –με την κάννη πάντα κολλημένη στη χρυσαφί πυτζάμα στο ύψος των πλευρών– άστραφτε απ’ τα φώτα των λεωφόρων. Οι δύο απαγωγείς παρέμεναν σιωπηλοί, ασυγκίνητοι από τα παρακάλια και τις αγωνιώδεις ερωτήσεις του μπαμπά, ο οποίος σιώπησε από την εξάντληση μόνον όταν τα φώτα της πόλης παραχώρησαν τη θέση τους στο σκοτάδι και η άσφαλτος στο χωματόδρομο. Κι ενώ φάνηκε να παραδίδεται σε μια μοίρα άδικη, βίαιοι σπασμοί εκκένωσαν τους νεφρούς του μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε, με τους προβολείς να φωτίζουν κάτασπρα τα γρατζουνισμένα τοιχώματα ενός λατομείου.
Ο βδελυρός οδηγός έσβησε τη μηχανή και τους προβολείς και, αφού πρώτα ψηλάφισε στα τύφλα στο ντουλαπάκι του συνοδηγού, έβαλε μια κασέτα στο στερεοφωνικό του αυτοκινήτου. Ένα παλιό, μελαγχολικό βαλς άρχισε να παίζει – ρώσικο ή πολωνικό πρέπει να ’ταν. Ενώ ο λέλεκας σιγοτραγουδούσε τον σκοπό, ο στούμπος άναψε τσιγάρο. Ο κατουρημένος πατέρας μου ένοιωσε το στομάχι ν’ ανεβαίνει στο στόμα του. Σκέφτηκε πως όλα θα ήταν διαφορετικά αν είχε υπάρξει πιο ευγενικός απέναντι στους συνανθρώπους του ή αν είχε μάθει να παίζει πιάνο όπως ήθελε η μητέρα του.
Με το που τέλειωσε το κομμάτι, η κασέτα πετάχτηκε. Πετάχτηκε κι εκείνος απ’ το κάθισμα, πεπεισμένος ότι είχε έρθει το τέλος. Όμως, χωρίς πολλά-πολλά, ο κοντός έσβησε το τσιγάρο, άναψε τη μηχανή και το όχημα πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Έξω απ’ το σπίτι, ο πατέρας μου δέχτηκε με ανακούφιση απ’ τον ψηλό τρία περιπαικτικά σκαμπιλάκια. Μετά του πέρασε μια χοντρή αλυσίδα γύρω απ’ το λαιμό, την οποία έδεσε μ’ ένα βαρύ λουκέτο, και με μια κλωτσιά τον πέταξε έξω απ’ το αυτοκίνητο. Λίγο προτού περάσει το κατώφλι στην ασφάλεια του σπιτιού, ο μπαμπάς κοντοστάθηκε και λοξοκοίταξε πίσω απ’ την πλάτη του για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν όλα ένα απλά και μόνο ένα κακό όνειρο. Ο κοντός τεντώθηκε πάνω από τη θέση του συνοδηγού, κατέβασε το παράθυρο της πόρτας, έβγαλε έξω το τουμπανιασμένο του κεφάλι και, με την τσιριχτή φωνή δωδεκάχρονου αγοριού, φώναξε: «Είσαι πραγματικός γιος του πατέρα σου!».
§
Ο μπαμπάς δεν δυσκολεύτηκε να ξεκλειδώσει το λουκέτο και να ξεφορτωθεί την αλυσίδα, αλλά έκτοτε δεν ξαναμίλησε ποτέ, ούτε και έπιασε ξανά καλέμι και σφυρί. Το μάρμαρο άμορφο παρέμεινε εκεί, στη μέση του κήπου, ένα αυλακωμένο μνημείο στο άγνωστο λουλούδι, μέτρο του κάθε μαρασμού. Κάθε που σουρούπωνε, έπαιρνα τον μπαμπά απ’ το χέρι και σέρναμε το χορό δυο-τρεις φορές γύρω απ’ το τέλειο λουλούδι… Έμοιαζε χαρούμενος…, όχι όμως με ιλαρότητα ανθρώπινη, αλλά μ’ αυτήν της πέτρας όταν περιγελά της χλόης τα καμώματα.
Κι όμως, ο μπαμπάς βρήκε άλλο τρόπο να εκφράζεται, καλύτερο… Ήταν στα πέμπτα μου γενέθλια, όταν η μαμά άφησε με περηφάνια στο τραπέζι, δίπλα απ’ τη τούρτα, ένα κουτί τυλιγμένο σε κόκκινο γκοφρέ χαρτί. Πριν καν σβήσω τα κεριά, μ’ έβαλε να τ’ ανοίξω. Εγώ έσκισα το χαρτί μονομιάς με ασέβεια στη μεγαλοπρέπειά του κι άνοιξα με λαιμαργία το κουτί˙ μέσα υπήρχε μια τακτοποιημένη στοίβα από μπλε τετραδιάκια… Πάγωσα μια στιγμή…, έτσι προθυμοποιήθηκε εκείνη να τα βγάλει έξω κι ένα-ένα να τ’ απλώσει επάνω στο τραπέζι˙ στο κάθε τετράδιο αναγραφόταν το όνομά μου στην ετικέτα κι από μία ημερομηνία. «Τυχερούλα…» είπε «θα τα μάθεις όλα, όλα όσα έχεις ζήσει μέχρι τώρα!».
Ενώ φυσούσα, η μαμά αρχίνισε το τραγούδι: «Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός…». Τότε ο μπαμπάς σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του, χτυπώντας τα πόδια στο μωσαϊκό: «Τικ-τακ, τικ-τακ». Η μαμά απάντησε δυναμώνοντας την ένταση της φωνής: «…Στη γη, στη γη να περπατήσει…». Κι ο μπαμπάς χόρεψε πιο σφόδρα: «Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ…». Και ακόμα πιο δυνατά η μάμα: «…Και να μας καλοκαρδίσει!». Και «τικ-τακ, τικ-τακ», μ’ όλη τη ορμή των ποδιών… Ο ένας πάσχιζε να υπερκαλύψει τον άλλον! Στο τέλος κέρδισε ο μπαμπάς…
Έκτοτε, όποτε πατούσε σκληρή επιφάνεια, χόρευε σαν πιθήκι… Κόλλησε, μάλιστα, τσίγκινα φύλλα από σαρδελοκούτια στις σόλες των παπουτσιών…, για ήχο πιο καθάριο, καμπανιστό. Εγώ στην αρχή νόμιζα ότι κάτι προσπαθούσε να μου πει και πάσχιζα να αποκωδικοποιήσω τα χτυπήματα, κατέγραφα με τις ώρες τα διαστήματα αναμεταξύ τους κι έψαχνα για απόκρυφους συσχετισμούς. Μέχρι που κάποια ανύποπτη στιγμή, το βράδυ που συνειδητοποίησα πως δεν άκουγα πλέον το εκκρεμές στο χωλ όσο κι αν αυτό επέμενε στους δικούς του χτύπους, κατάλαβα: ήξερα ήδη τα πάντα...
Η αντάρα της μαμάς δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με τέτοια αμφίσημα βροντολογήματα, αναίτια κι αξιωματικά. Κάπως έτσι ο μπαμπάς, αφού δεν είχε καταφέρει με τα τόσα να γλυκάνει την πίκρα της, κατάφερε να βρει ένα τρόπο να τη πνίγει..., κι εγώ τον τρόπο να σβήνω τα γραμμένα! Διάβαζα τα τετράδιά της αργά τη νύχτα στο υπνοδωμάτιο μου ενώ εκείνος χόρευε πέρα-δώθε στο χωλ, και… «τικ», έσβηνα μία λέξη…, και «τακ» την επόμενη…, και «τικ» αυτή που ακολουθούσε… Το ίδιο έκανα και όταν, γονατισμένη μπροστά στο κρεβάτι με τους αγκώνες στο πάπλωμα και τα χέρια σταυρωμένα, προσευχόμουν στις παναγιές στον τοίχο: στην Λαοδηγήτρια, την Τριχερούσα, την Ιλαρότατη, την Κρεμαστή, την Τρυπητή και την Φιδιότισσα˙ σ’ εκείνην με το λάγνο βλέμμα που δεν καθόταν ποτέ ίσια και την άλλη που ντρεπόταν να με κοιτάζει στα μάτια˙ σ’ εκείνην που παραπονιόταν πως κουράστηκαν πια τα χέρια της να κρατούν ένα παιδί που δεν ήταν δικό της και την άλλη που είχε στερέψει από γάλα˙ σ’ εκείνην που είχε βαρεθεί ν’ ακούει ικεσίες και να σώζει κόσμο και κοσμάκη, και την άλλη που ήθελε απλά να εξαφανιστεί… Κι εγώ την εξαφάνιζα με ένα «τικ» και ένα «τακ»… Και μ’ ένα τέτοιο σβηστήρι στην κατοχή μου, ήμουνα πια πανέτοιμη να πάω στο σχολείο.

Στο πρώτο το κουδούνι έκλαιγα κι εγώ μαζί με τ’ άλλα τα πρωτάκια, μα όχι γιατί αποχωριζόμουν το χέρι της μαμάς˙ ήταν τόσος ο κουρνιαχτός στα μάτια, τόσα τα σκουπιδάκια…
«Εσένα μικρούλα με τα κοτσιδάκια, πώς σε λένε;»
«Κυριακή, Κυρία!»
«Τι όμορφο όνομα…, η μέρα του Θεού κι η πρώτη της εβδομάδας!»
«Μα είναι η τελευταία!» φώναζαν τ’ άλλα τα παιδιά…
«Κυριακούλα, γιατί φοράς ποδιά, αφού δεν είσαι υποχρεωμένη πια;»
«Γιατί η μητέρα λέει πως έχει το χρώμα της μαμάς πατρίδας!»
«Και της θάλασσας…, και του ουρανού…»
«Και του νεκρού!» με μια βοή τα άλλα τα παιδιά…
«Ανέβα στον μαυροπίνακα Κυριακούλα να μας γράψεις το “άλφα”, μιας κι είσαι η μόνη
που το ξέρεις ήδη.»
«Με ποιο χρώμα κιμωλία, Κυρία;»
«Με την άσπρη, φυσικά.»
«Με τη μαύρη, με τη μαύρη!» χαχάνιζαν τ’ άλλα τα παιδιά...
§
Από την πρώτη κιόλας στιγμή, έγινε ξεκάθαρο πως κάτι από εμένα ατάκτως ήρετο μέσα στην τάξη. Κάθε φορά που η Κυρία ρωτούσε κι εγώ αγνοούσα την απάντηση, σηκωνόμουν σαν υπνωτισμένη και με αργές κινήσεις, αντανακλαστικές, δίχως να το σκέφτομαι ή να το ελέγχω, αφαιρούσα τα ρούχα μου ένα-ένα…, ποδιά, βρακάκι, κάλτσες, παπούτσια…, ολοτσίτσιδη! Ακόμα δεν ξέρω το γιατί…, το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως δεν το έκανα από ταπείνωση, άκρα ή ενδιάμεση…
Την πρώτη φορά η Κυρία σάστισε… Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και παρασύρθηκε κι η ίδια στα γέλια των παιδιών. Τη δεύτερη έτρεξε αλαφιασμένη να με καλύψει, να σταματήσει τα πειράγματα. Την τρίτη με συνόδεψε στο διευθυντή. Την τέταρτη κλήθηκαν οι γονείς μου˙ η μάνα μου δεν έβγαλε άχνα απ’ την ντροπή, ενώ ο μπαμπάς χόρευε. Την πέμπτη μ’ έστειλαν στους γιατρούς… Την έκτη σ’ άλλους τρελόγιατρους…, και σ’ άλλους την εβδόμη. Τελικά οι κορυφαίοι ειδικοί απεφάνθησαν ότι η περίπτωση μου συνιστούσε μια πάθηση καινοφανή χωρίς γιατρειά που ονόμασαν «το σύνδρομο της Κυριακής»…
Προσωπικά δεν μ’ ένοιαζε το κάζο, ούτε ντρεπόμουν στάλα, πονούσα ωστόσο όταν, με πρόφαση τη γύμνια μου, κουβαλούσαν κάθε τόσο και λίγο τον μπαμπά στο σχολείο για να γελάνε πίσω απ’ τη πλάτη του ενώ εκείνος χόρευε… Κι έτσι απρόθυμα, για να μην μου ξεφεύγει απάντηση, το ’ριξα στη μελέτη˙ είχε έρθει η σειρά μου να γεμίζω μπλε τετραδιάκια με τη σπουδή φλεγόμενου αλχημιστή. Κι αφού δεν είχα πλέον την πολυτέλεια τις λέξεις ν’ αφανίζω, βρήκα άλλο τρόπο να τις αποφορτίζω: μία-μία τις κρεμούσα μ’ ένα «τικ» και μ’ ένα «τακ» στα τείχη μου, στην μέσα την μεριά ανάκατες να περιφέρουν την περιφορά, σαν τα μουσειακά εκθέματα που αφηγούνται χίλιες-μύριες κόψεις μα ουχί τη μαχαιριά. Ενώ στην έξω τη μεριά, αράδιαζα πιστά πλαστογραφήματα στου κόσμου την ορθή περπατησιά…
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έγινα άριστη μαθήτρια, έξω απ’ τα τείχη έπαιζα με άριστα το δέκα, ενώ μέσα μετρούσα ανάποδα με τα δάκτυλα μέχρι τον ανοιχτό ορίζοντα. Έγινα το ’να το καλό και τ’ άλλο το κρυφό, έγινα το από ’κεί κοντά και το μακριά, πολύ-μακριά από ’δώ. Όμως σκασίλα μου τα εύγε της Κυρίας με τα πρησμένα πόδια, τα ριχτά φορέματα που υποκρίνονταν άνοιξη, την ανάσα υποβολέα σε θέατρο του μεσοπολέμου, τους υπότιτλους γύρω απ’ τα μαλλιά της τα θυμαρίσια, με το τικ στους μύες του λαιμού που μόνο εγώ αναγνώριζα και το τακ στη διαζευγμένη της ματιά. Τις εύστοχες βολές μου τις εξαργύρωνα με μια θέση πλάι στο παράθυρο απ’ όπου μπορούσα να εποπτεύω τ’ αποδημητικά πουλιά, όχι προς χάριν ονειροπόλησης, αλλά συνήθειας. Σκασίλα μου που δεν με κερνούσαν στα γενέθλια τους επειδή τα δικά μου έπεφταν πάνω στις γιορτές. Σκασίλα μου που δεν μοιράζονταν τα παιγνίδια τους˙ έτσι κι αλλιώς ήταν σπασμένα και δεν το ήξεραν. Σκασίλα μου για τους δυνατούς τους μπαμπάδες˙ κι αυτοί σπασμένοι ήταν… Στα παλιά μου τα παπούτσια ο Παναγιώτης ο γλόμπος που μύριζε κατρουλιό ακόμα και όταν πια δεν κατουριόταν πάνω του˙ ο Ριχάρδος με τα κάτασπρα, στραβά κανιά σαν από ελεφαντόδοντο που δεν μπορούσε να πει το «ρω» και δεν καταλάβαινε πόσο τυχερός ήταν για τ’ όνομά του˙ η Ελενίτσα με την καμπούρα στο μέτωπο που ερχόταν καλυμμένη απ’ την κορφή έως τα νύχια για να μην φαίνονται οι μελανιές˙ ο Λευτέρης με το λαγώχειλο που έκλεβε το κολατσιό των άλλων μόνο και μονό για να το πετά. Στα παλιά μου τα τεφτέρια και η Παρασκευή, η κολλιτσίδα που πάντα καθόταν δίπλα μου στο θρανίο επειδή ένοιωθε πως κάτι ένωνε εμάς τις δυο˙ πού να καταλάβει μια Παρασκευή με σιδεράκια ότι ένα Σάββατο μετρά έτη φωτός! Πόσο, μα πόσο τρομάζω όταν σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί θα έχουν μεγαλώσει πια και θα ’χουν ανοίξει τα δικά τους σπιτικά… Σκασίλα μου…, τ’ ακούτε! Και καμάρι μου όλα τα ψευδώνυμά σας: η συννεφιασμένη Κυριακή˙ το σπασικλάκι η Κυριακή˙ η Κυριακή με το τρύπιο το βρακί˙ η τιποτένια Κυριακή… Σκάω στα γέλια σαν θυμάμαι το τρέμουλό σας όταν σκυμμένους σας έψαχναν για ψείρες…, και τη ντροπή σας όταν τις έβρισκαν! Σ’ εσένα το λέω Πυλάδη, που στη σιωπή σου ανέθρεφες εξαμβλώματα˙ σ’ εσένα Ιωάννα που οραματίστηκες την αλήθεια αληθινά, μα όχι τη φωτιά της˙ σ’ εσένα μεμψίμοιρε Ιωσήφ που τάχατες δεν ήξερες πως το κορμί είναι έγκλημα όταν σε όνομα απαντά˙ και σε εσένα χλωμέ Μύσκιν, που εύθραυστος δεν ήσουν διόλου όταν με στόμφο λιποθυμούσες για τους απανταχού απολωλότες.

Και γέμιζα τα μπλε τετραδιάκια με υποτείνουσες ίσες με το μήκος τους, τρένα που ξεκινούσαν από αντίθετες κατευθύνσεις για να συγκρουστούν ακριβώς την πιο τυχαία στιγμή, πρωτεύουσες με πληθυσμούς δίχως κατοίκους, ποτάμια-σύνορα κι απύθμενα όρη, καράβια δίχως πλώρη˙ με τριακόσιους γενναίους από περίσσιο φόβο, με αυτοκρατορίες του ενός, μνημεία παραδομένα παρά θιν αλός, ακροπόλεις που κυριεύονταν και ύστερα μπερδεύονταν˙ με πλανήτες σε ενδογάστριες τροχιές, κομήτες-ανοιχτές πληγές και επιδερμικούς αστερισμούς: το σταυρό του στήθους, το παγώνι, τη μικρή και τη μεγάλη αμνησία.
Και όταν χόρταιναν οι αράδες, έβγαινα απ’ έξω και μουτζούρωνα το πράσινο θρανίο, και όταν φόρτωνε κι αυτό έβγαινα πιο έξω, στο πάτωμα, στον τοίχο και τον ουρανό. Ολημερίς με θραύσματα απ’ άκρη σ’ άκρη γης έχτιζα έναν τρούλο που κάθε βράδυ γκρεμιζόταν μ’ ένα «τικ» του μπαμπά και ένα «τακ»… Και την επομένη, τον όρθωνα ακόμα μεγαλύτερο… Δόντια έπεφταν κι έβγαιναν νέα δόντια…, τα σημάδια στον τοίχο όλο και ψήλωναν. Στα αδιάφορά μου χέρια μου κρατούσα το απουσιολόγιο και, στις παρελάσεις, ακόμα πιο αδιάφορα, ανέμιζα τη τη σημαία.… Στις δε σχολικές γιορτές, δαφνοστεφανωμένη σε λευκό μανδύα, μασκαρευόμουνα πατρίδα επειδή ήμουν η πιο ωραία, κι ας ήξερα από κούνια πως η πιο όμορφη πατρίδα είναι η προδομένη. Κι άλλαζαν οι Κυρίες: η αλλήθωρη που όταν σε κοιτούσε αμφισβητούσες την ύπαρξή σου˙ η κοκκινομάλλα με τις κινήσεις δεκαοχτούρας και το γουργουρητό˙ η χοντρή με τον κότσο σαν καρούμπαλο, που δεν είχε ούτε μια καλή κουβέντα να πει με την ηλεκτρική φωνή της˙ και ο Κύριος με τις πολλές τις τσέπες, όλες παραγεμισμένες με ρητά και αποκόμματα στοιχημάτων. Και πλήθαιναν τα ψευδώνυμα: η Κυριακή το πιο κακό σπυρί, η πατσαβούρα Κυριακή, η κοντοκώλα…
Γούστο μου και καπέλο μου! Εμένα μου αρκούσε να ζυμώνεται τ’ όνομά μου αληθινό, όταν τα βράδια έχωνε τα πατουσάκια της στο στέρνο μου η Μπούρμπερη, τ’ ολόλευκο γατάκι που είχα ψαρέψει καταχείμωνο απ’ τη μηχανή ενός αυτοκινήτου και μ’ είχε πάρει από πίσω ως το σπίτι. Για να την κρατήσω, έπρεπε πρώτα να καμφθούν οι αντιρρήσεις της μητέρας. Τα κατάφερε όμως ο μπαμπάς, αν κι αναγκάστηκε να χορεύει ασταμάτητα επί τρία μερόνυχτα…
§
Η Μπούρμπερη δεν ήταν τίποτα αν όχι η γενναιοδωρία επί της γης˙ για χάρη μου άλλαζε σχήμα διαρκώς, θυσίαζε την αυτούσια της για ν’ ακυρώνει τη δική μου παραζάλη. Το νόημα χανόταν στη μαγική της γούνα, κι εκεί αναπαυόταν με όνειρα κατατονίας. Χθόνιο το θυμικό της, δεν της επέτρεπε νοιώθει αδικημένη όταν την κλώτσαγε η μαμά, αλλά ούτε κι ευγνωμοσύνη κάθε φορά που ο μπαμπάς την τάιζε. Για να επαναφέρει, δε, τον κόσμο σε ισορροπία, μπερδεύονταν στα πόδια του μπαμπά με τα νύχια παροπλισμένα, ενώ, αντίθετα, τ’ ακόνιζε στις γάμπες της μητέρας όταν εκείνη, στον καναπέ μπροστά στο χαζοκούτι, έκλαιγε για τις αθώες, φτωχές παρθένες που μαγαρίζονταν από κακομαθημένα πλουσιόπαιδα. Συνήθιζε ν’ αράζει ψηλά πάνω απ’ τις ντουλάπες και τις σερβάντες και από ’κεί να μας επιτηρεί, όχι για κάτι ανθρώπινο, αλλά για οτιδήποτε γατίσιο μέσα μας ακόμα φυτοζωούσε… Λάτρευε να μας επιδεικνύει την αρπακτική της φύση με τα καπάκια των αναψυκτικών, τα οποία και αποταμίευε κάτω από το ψυγείο. Όποτε ήθελε να φέρει το σύμπαν στα μετρά της, χωνόταν στα πιο απίθανα μέρη, ενώ άπλωνε την αρίδα της όπου να ’ναι – μα τω θεώ, τι ευτυχία! Τόση ήταν, δε, η σοφία της, που δεν ασχολούταν με νιαουρίσματα. Τα βράδια στο κρεβάτι μου, τριβόταν στο γυμνό κορμί μου απ’ το λαιμό ως τα πέλματα, σφήνωνε τη μουσούδα της ανάμεσα στα πόδια μου κι εκεί αποκοιμόταν.
Μια νύχτα Κυριακής που τ’ ολόγιομο φεγγάρι τρύπωνε σε λεπίδες απ’ τις γρίλιες του παντζουριού, η Μπούρμπερη μου έμαθε μ’ ανακλαδίσματα και βορβορυγμούς τα πάντα για να μην τρέμω τους σπασμούς. Το επόμενο πρωί, η μουσούδα της ήταν κατακόκκινη. Έκτοτε, το αίμα επέστρεφε με ακρίβεια δορυφόρου κάθε που ανέτειλε πανσέληνος.

Μια κυκλική αιμόρροια, δύο σακούλες από λίπος μπροστά στο στήθος και άλλες δύο όπισθεν και… ήρθαν τα πάνω κάτω. Πλέον, τα γυμνά μου λάθη δεν πυροδοτούσαν χλευασμούς και χάχανα, αλλά επιφωνήματα θαυμασμού κατά το ήμισυ, και κατά το άλλο ήμισυ ζηλόφθονες τσιρίδες, ιοβόλες. Τ’ αγόρια μ’ ακολουθούσαν στις τουαλέτες για να τους δείξω τα μαγικά που μου ’χε μάθει η Μπούρμπερη, κι έγραφαν στα βεραμάν πλακάκια με μαύρο μαρκαδόρο: «Ας είν’ καλά η Κυριακή, το πιο καλό το χερικό, το στόμα το ιδανικό…., και τι, ω τι ποδαρικό!». Ενώ απ’ έξω τα κορίτσια έσκουζαν: «Περάστε όλοι, στη χέστρα περιμένει το πιο ανοιχτό χωνί, η Κυριακή το μεγαλύτερο τσουλί!». Σκασίλα και καμάρι μου, η πιο μεγάλη απλοχεριά είναι αυτή που δεν της καίγεται καρφάκι… Εγώ δεν ξεχώριζα τους σπασμούς σε περίλαμπρους και ζοφερούς, όλους τους έπαιζα στα δακτυλάκια μου με απαράλλαχτη αταραξία.
Εντωμεταξύ, να πάλι οι κλήσεις στους γονείς μου! Όμως πλέον δεν ένοιωθα καμιά ανάγκη να προστατεύω τον μπαμπά. Ούτως ή άλλως, τα παράπονα δεν άργησαν να πάψουν˙ σύντομα με συντρόφευαν στις τουαλέτες οι πιο πολλοί απ’ τους Κυρίους, ο ίδιος ο Διευθυντής, αλλά και κάμποσες απ’ τις Κυρίες…
Κάποια αγόρια άρχισαν να μου μιλούν για τον έρωτα, έτσι όπως ο καθένας τους τον είχε μάθει: απ’ το σπίτι του, τα τηλερομάντζα, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα˙ απ’ τα συνθήματα στους τοίχους και τις κλειδαρότρυπες… Τι χυδαιότητα…, τι ύβρις ν’ ανεβάζεις ον με σάρκα και οστά πάνω σε βάθρο με το έτσι θέλω κι εκεί να τον κρατάς, με το ζόρι θεότητα να τον ντύνεις μόνο και μόνο επειδή εσύ καίγεσαι απ’ τη δίψα να λατρέψεις! Ποιος είν’ στ’ αλήθεια εκείνος που θέλει…, ο ανόητος που αυτόβουλα φορτώνεται κι αντέχει τέτοιο βάρος;
Εγώ έλεγα σ’ όλους να βάλουν τον έρωτά τους εκεί που ξέρουν, εκτός από τον σιωπηλό Γιαννάκη με το μακρύ λαιμό˙ τα μάτια του μου θύμιζαν την Μπούρμπερη… Αλλά κι αυτός…, μυαλό κουκούτσι! Ποιος του ’πε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό κλαδί; Λες κι εγώ του είχα ζητήσει να μου φέρει απ’ την κορυφή το πιο γεμάτο ρόδι, το πιο κόκκινο! Το κλαδί έσπασε στα δυο…, το ίδιο και ο λαιμός του Γιαννάκη που σιώπησε για πάντα. Στην κηδεία του, όλοι μιλούσαν για την φόνισσα Κυριακή… Κι ένιωσαν και δικαιωμένοι όταν, λίγες μέρες μετά, η μητέρα δεν άντεξε άλλο τους χορούς στ’ αφτιά και τη χολή στο στόμα, κι έκοψε με χασαπομάχαιρο τα πόδια του μπαμπά και τα δικά της χέρια. Τους βρήκα εγώ σαν ξύπνησα Κυριακή πρωί-πρωί, αγκαλιασμένους σε μια λίμνη ροδοκόκκινη… Κι ανάμεσά τους…, η Μπούρμπερη κοκαλωμένη…
Αποχαιρέτησα, λοιπόν, όλα όσα ήξερα, μα όχι όσα είχα μάθει… Είπα αντίο στους χορούς και το φαρμάκι, στο εκκρεμές και το μωσαϊκό, στον κήπο, στα μπλε τετραδιάκια, στα σημάδια στον τοίχο, στη μαγική τη γούνα και το μαρμάρινο λουλούδι… Κράτησα μόνο το «τικ» και το «τακ» και βουρ για τ’ ορφανοτροφείο.

Υπάρχει μια φυλή κάπου βαθιά στην Αφρική που, όποτε ένα της παιδί καταπέσει σε δυσκολία, πάντα κάποιος θα βρεθεί να το στηρίξει τραγουδώντας το τραγούδι του. Όταν πρωτοχρονιά περνούσα το κατώφλι του εκκλησιαστικού ιδρύματος, παιδικές φωνές πότιζαν την κλεισούρα: «Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται…, συ ’σαι αρχό - συ ’σαι αρχόντισσα κυρία…».
Η αλήθεια είναι πως ένοιωσα άνετα στη στιγμή, όχι επειδή ταίριαξα, αλλά γιατί εκεί μέσα η παρατονία ήταν εξόχως ταιριαστή. Εκεί μέσα τα σύνδρομα είχαν την τιμητική τους: το σύνδρομο του Αναστάση που έπεφτε κάτω επί τόπου και κοιμόταν όποτε άκουγε τ’ όνομά του˙ της Καλλιόπης που μιλούσε ακατάσχετα όποτε έπαιζε η τηλεόραση, και δη πιο δυνατά πάνω απ’ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες˙ του Ιάσωνα που εξοργιζόταν με κάθε τι συμμετρικό κι έσπαγε αλατοπίπερα, διόπτρες και παραθυρόφυλλα˙ το σύνδρομο του Παύλου που έχανε στιγμιαία το φως του στο χτύπημα καμπάνας˙ του Ηλία που σταματούσε το τραύλισμα μόνο όταν έλεγε ψέματα˙ και το σύνδρομο της Αφροδίτης που άφριζε απ’ το στόμα κάθε που στον ξύπνιο της ονειρευόταν… Εκεί, όπου το λάθος μπορούσε δόκιμα να λαθέψει, βρήκε και το δικό μου σύνδρομο το χώρο ν’ αναπνεύσει, τουλάχιστον ανάμεσα στ’ άλλα τα παιδιά που όλα ανεξαιρέτως αγαπούσαν τη γύμνια και τις εκκρίσεις της˙ γιατί οι παπάδες…, αυτοί οι δύσμοιροι έτρεχαν να μαζέψουν τ’ ασυμμάζευτα! Με τα τόσα «πάτερ ημών», είχαμε σχεδόν πειστεί πως η καμπούρα που μας πλάκωνε δεν ήταν η ορφάνια!
Η ώρα της εξομολόγησης ήταν η καλύτερή μου, όταν στα γόνατα ξερνούσα όλα όσα έκανα ρυπαρά και τ’ άλλα τόσα που έπλαθα στο νου, αφού –ως γνωστόν– κι η σκέψη αμαρτία είναι…, η κάθε σκέψη. Μιλούσα…, μιλούσα για τις ημέρες που βολοδέρνουν στα χαρακώματα ψάχνοντας για οικογενειακές φωτογραφίες σε ακέφαλες φυσιγγιοθήκες, για τις νύχτες που μπολιάζονται απ’ τους φόβους όσων κανιβαλίζουν στα τυφλά˙ για τα δένδρα που κορδώνονται σαν αποφύσεις, με τους καρπούς τους σαπισμένους να πέφτουν προς τα ουράνια προτού καν ωριμάσουν˙ και μιλούσα για πηγάδια, εκείνα που αντιλαλούν σοφίες και βογγητά του χθες, του τώρα απολειφάδια. Μιλούσα και παραμιλούσα, και ο παπά-Ευτυχής έμοιαζε να χαίρεται με όσα ομολογούσα… Τις, δε, φορές εκείνες που δεν αράδιαζα παρά μια χούφτα κρίματα, με πίεζε να ψάξω πιο βαθιά…, σχεδόν με παρακαλετά.
Ακόμα τριγυρίζουν στη μύτη οι μυρωδιές απ’ τα τραπέζια με την πολύχρωμη φορμάικα με τις φράουλες, τα βερύκοκα και τ’ αχλάδια˙ απ’ τις αταίριαστες καρέκλες στην τραπεζαρία˙ τις δαχτυλιές στους μουχλιασμένους τοίχους˙ απ’ τους σκουριασμένους σομιέδες και τις χάλκινες βρύσες με τα γυρτά στόμια που σαν λειράτοι κόκορες λαλούσαν. Τα πάντα απέπνεαν ορφάνια… Μ’ αυτή τη μυρωδιά στο δέρμα κλειδωμένη, έφυγα στα δεκαοχτώ…, και με μια τέχνη στα δάχτυλά μου άξια για μια Κυριακή: την κοπτοραπτική…

Κι έτσι μια Κυριακή, από την αγωγή βρέθηκα στην παραγωγή και, με κόψιμο και ράψιμο, πορεύτηκα σε μια γραμμή βουστροφηδόν. Από πατρόν…, να φαν κι οι κότες. Υπήρχαν όπου έπεφτε το μάτι κι όπου η ματιά ανυψωνόταν, ολούθε…, εγώ απλά ιχνογραφούσα: τις πλάκες των πεζοδρομίων και τις τζαμαρίες˙ τα χερσοτόπια, τα σπαρτά, τα βάτα και τα βρύα˙ κάθε τι ετερόφωτο και το παραμικρό αυτόνοσο˙ τον άνεμο, τη σκιά, τα ερείπια και την απόγνωση… Κι έσκιζα χαρτιά και σχέδια μ’ ένα «τικ», και μ’ ένα «τακ» τα κολλούσα σε νέα χαρτιά, σε σχέδια δικά μου. Έκοβα, δε, μόνο τα τόπια τα λευκά κι έραβα στον καθένα ό,τι εγώ επέλεγα, σε υφάσματα κάθε λογής, αν και τ’ αγαπημένα μου ήτανε τα βαμβακερά˙ μου θύμιζαν τις αμάνικες φανέλες του πατέρα κάτω απ’ τα υποκάμισα… Πια δεν τις θυμάμαι, ακόμα όμως θυμάμαι πως κάποτε τις θυμόμουν…, μέχρι κι αυτό να ξεχαστεί, με κόψιμο και ράψιμο...
Άντρες περάσανε απ’ τα χέρια μου πολλοί κι όλους τους έραβα ανάλογα με τα γούστα μου. Κάποιους τους έραβα πανιά˙ άλλους φτερά˙ άλλους σεντόνια, κουρτίνες, αμπαζούρ˙ άλλους σαλιάρες κι άλλους βρακιά… Κι όταν πάλιωναν, τους έκοβα με μια ψαλιδιά…, και πάλιωναν στο άψε σβήσε, όλοι εκτός απ’ τον Μανωλάκη…
Ο Μανωλάκης είχε κάτι το διαφορετικό… Ο Μανωλάκης αγαπούσε τα έντομα και μ’ άγγιζε μόνο επειδή σε μένα αναγνώριζε κάτι απ’ αυτά. Έλεγε πως τα μάτια μου θύμιζαν αλογάκι της Παναγιάς, οι φλέβες στα χέρια μου φτερά λιμπελούλας, τα στήθη μου κουκούλια μεταξοσκώληκα… Είχε μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά τ’ αλφαβητάρι των εντόμων κι έψαχνε μετά μανίας για κάποιο νέο είδος… Έτσι, μαζί οργώναμε στα τέσσερα τα βουνά και τα λαγκάδια μ’ έναν φακό στο χέρι. Μέχρι την Κυριακή που φώναξε. «Εύρηκα!» με τη μούρη χωμένη σ’ ένα λαγούμι˙ είχε επιτέλους βρει ένα νέο είδος σκαθαριού δίχως μάτια και φτερά. Όπως είθισται, διεκδίκησε να το βαπτίσει, μα έκανε το λάθος να τ’ ονομάσει «Κυριακή». Πόσο, μα πόσο τον μίσησα γι’ αυτό! Τον έκοψα δίχως δεύτερη σκέψη…, τη μήτρα μου το ίδιο. Και την έραψα πάλι˙ εγώ δεν ήμουν για παιδί που μέχρι να πεθάνει θα πάσχιζε να γίνει Κυριακή…

Με λένε Κυριακή, και μια ζωή ψάχνω για μία αρχή που θα τιμήσει την ανωνυμία της…, όχι την άλλη με τ’ ονοματεπώνυμο, την ουροβόρα, την κολοβή… Αυτήν την αρχή εγώ τη σκούπισα κάτω από μία κάποτε λευκή, μα πια κιτρινισμένη κουρελού που βρέθηκε τυχαία στο μπαούλο με τα βαπτιστικά μου. Ήταν φτιαγμένη –ή έστω έτσι έμοιαζε– από ξέφτια αυτοκρατορικών φουρών, κατουρημένων σκελέων, φασκιών που είχαν αφεθεί στ’ αζήτητα και νεκροσέντονων υφαρπαγμένων από σανατόρια που βρίσκονται στα σχέδια ακόμα. Και πάνω της θέλησα, η τρελή, ν’ αναπαυτώ..., μα η ασπράδα του ματιού ανάπαυση δεν έχει. Σα σκυλί πελαγωμένο μακριά απ’ τ’ αφεντικό του, έξυνα κι έξυνα την κουρελού μ’ απελπισμένα νύχια, κουλουριαζόμουν για να βολευτώ και σηκωνόμουνα ξανά, σημείο να ’βρω ακόμα πιο απαλό. Μα ένα προς ένα και ένα συν ένα, όλα τα σημεία έδειχναν φωτιά και η φωτιά υποσχόταν στρώμα ζεστό από χόβολη. Την άναψα κι εγώ λοιπόν, με σπίθα μια κάθιδρη παράλυση, σαν από τσακμακόπετρα που, με μία τελευταία χάρη στο δυνάστη χέρι, γιορτάζει την ανεξαρτησία της.
Πασαλειμμένη με τα λόγια που δε λέγονται, συσφαιρωμένη και πυρίμαχη στις φλόγες που δεν τρεμόπαιζαν μα τρεμοπαρακαλούσαν, με πήρε ο πρώτος ύπνος στον ακόμα ανιστόρητο καθεδρικό του, τ’ αφτιά μου βούλωσε με το κερί όλων των δεήσεων που από θεό δεν εισακούσθηκαν και με απέθεσε μπροστά σ’ ένα παραλληλόγραμμο λευκό που εκφαντικά διψούσε για το αίμα του Ιωάννη του βαπτιστή. Έτσι κωφή, μέσα στον ύπνο νανουρίστηκα από ιαχές εμβρύων, παράτονων και απανθρακωμένων στο πεδίο μιας μάχης που δε δόθηκε ποτέ..., ποτέ-ποτέ..., πότε-πότε..., κάποτε…. Κι άφησα να με πάρει το ποτάμι… Και το κορμί μου, που ακόμα δεν ήταν Κυριακή, άρχισε να κυλάει στον Ευφράτη που Ευφράτης δε λεγόταν.
§
Καθώς από την πόλη αλάργευα, φτυσιές με ξεπροβόδιζαν. Είχαν ανοίξει οι πόρτες των φρενοκομείων και παραμορφωμένα στόματα με έραιναν με ροδοπέταλα και συμβουλές. Το ρεύμα με παρέσερνε μες απ’ τις τούφες μιας κόμης πράσινης, γλιτσερής. Κολλημένες στο δέρμα, βδέλλες φούσκωναν με τα μυστικά μου, καθώς ανάσκελα γλιστρούσα, διάπλατη σαν ανοικτή νυμφαία. Πέπλα ξερνούσα επτά και προσκαλούσα τ’ άγιο φώς σε ενδοσκόπηση. Στον ουρανό πάνω απ’ το κεφάλι μου, ένα σμήνος γυρίνων καθρέπτιζε κελαηδιστά την πλεύση μου.
Αριστερά-δεξιά στις όχθες, έτρεχαν δύο μακρόστενες, ατελείωτες συστοιχίες τραπεζιών. Ήταν στρωμένες μ’ αταξίδευτα πανιά, κούπες κρασί και πιατέλες απ’ ασήμι γιομάτες μέλη ζώων κι ανθρώπων που αριστερά-δεξιά ψαχούλευαν για να ενωθούν σε ακέραιο σώμα: πόδια γύρευαν λεκάνη, χέρια κορμό, κρανία λαιμό. Κι όταν δεν έβρισκαν κατάλληλο σημείο να κλειδώσουν, κούμπωναν όπου μπορούσαν, γεννώντας έτσι εξαμβλώματα που ’σκιζαν τα τραπεζομάντηλα, και τις λουρίδες τύλιγαν γύρω τους για ν’ αναπαραστήσουν βιβλικές σκηνές.
Ο Αβραάμ ετοιμαζόταν να χώσει τα κέρατά του στα πλευρά ενός πουλαριού με αγορίσιο πρόσωπο, όταν παρενέβη η μουσούδα του Θεού. Η Δαλιδά έβοσκε στην προβιά του Σαμψών. Ο Αυνάν γελούσε κι έσερνε την ουρά του στο χώμα. Όσοι δεν έβρισκαν ταιριαστό ρόλο, έκαναν τον όχλο. Οι μισοί με πρόγκιζαν με χριστοπαναγίες, και με χριστοπαναγιές με προσκαλούσαν οι άλλοι μισοί. Αναποδογύριζαν τις πιατέλες, έψαχναν στα περισσευούμενα για κόκκαλα που θα ολοκλήρωναν την εικόνα τους… Μα, όταν αυτά δεν ταίριαζαν, τα εκσφενδόνιζαν προς τη μεριά μου. Ο Νώε μετρούσε σαστισμένος κεφάλια με την οπλή του˙ δεν έβρισκε πώς να ξεχωρίσει τα είδη. Ανήσυχος κοιτούσε προς τον ουρανό. Οι κόρες του Λωτ έτρεχαν εδώ κι εκεί, ρωτώντας μήπως κανείς είχε ακούσει τ’ όνομά τους. Η Ιωχαβέδ έσπρωξε στο νερό ένα καλάθι με το κεφάλι του Βαπτιστή, που σκάλωσε για λίγο ανάμεσα στους βουβώνες μου. Ο Ιησούς του Ναυή φυσούσε προστυχόλογα στ’ αφτί της Βηρσαβεέ, καθώς εκείνη έλουζε τα μαστάρια της με κρασί. Ένας Μωυσής σήκωσε το ραβδί του κι ένας άλλος απ’ απέναντι το χτύπησε σε βράχο. Πού και πού, τραπέζια και συνδαιτυμόνες κρύβονταν μέσα στις καλαμιές, για να σκάσουν μύτη λίγο πιο κάτω.
Πλησίαζα πια στην εκβολή, όταν ξέσπασαν τσακωμοί˙ όλοι ήθελαν τον πρώτο ρόλο: του Εσταυρωμένου… Οι φωνασκίες δεν άργησαν να δώσουν τη θέση τους σε τραμπουκισμούς, ραπίσματα, νυχιές…, σε δαγκωνιές που τελικά οδήγησαν στ’ αλληλοφάγωμα! Η σφαγή ολοκληρώθηκε μέσα στις φλόγες. Καπνιά, τσίκνα και παλαμάκια σαγονιών μ’ αποχαιρετούσαν, καθώς το γλυκό νερό συναντούσε την αρμύρα κι εγώ ξανοιγόμουν στο πέλαγος.

Τα κύματα με πετούσαν ’δώ κι εκεί, σκαρί ακυβέρνητο και με το μπούσουλα κουλουριασμένο σαν λώρος γύρω από έμβρυο. Δεν ήξερα αν δραπέτευα ή αν επέστρεφα, μιας και σπίτι άλλο απ’ την ορμή δεν είχα γνωρίσει ακόμη. Μέχρι που δεν φαινόταν πλέον προσώπου γης, και το εκεί έγινε εδώ κι εδώ κι εδώ, κι εγώ επάνω στον αφρό ανέτειλα μακριά από ανθρώπου μάτι και έδυα στο στόμα του ματιού. Άπαντα τα ιστορημένα ανακατεύονταν όπως ανέκαθεν τούς ήτανε γραφτό: τριγύρω μου, ναυαγισμένα, με τα σύμφωνα εξαρθρωμένα να παφλάζουν και τα φωνήεντα να μιμούνται γέννα. Μια μάνα με καλούσε να τραγουδήσω, μα εγώ… μούγγα! Και έτσι γέμισαν κι άδειασαν φεγγάρια τόσα που έχασα το μέτρημα, έως τη νύχτα που τα κύματα με ξέβρασαν σε ακτή.
Εκεί, ντυμένη στα φύκια, με βρήκαν δύο νεαροί, δυο δίδυμα αδέλφια με μία μούρη. Έφτασαν ταυτόχρονα, ο ένας από τα γκρεμνά κι ο άλλος απ’ τη βάρκα του, και, με φωνασκίες κι απειλές, άρχισαν να με διεκδικούν, τραβώντας ο καθένας από ένα μου χέρι. Ψαράς ο ένας αδελφός, θεωρούσε ότι, ως δώρο της θάλασσας, άνηκα σ’ εκείνον˙ βοσκός ο άλλος, ισχυριζόταν πως ήμουνα δική του, αφού στεριά μ’ είχε περιμαζέψει. Σ’ εκείνο το άνυδρο, ανεμόδαρτο νησί που πέρα από χόρτο δεν φύτρωνε άλλη πρασινάδα, οι κάτοικοι έβγαζαν το βιος τους είτε τρυγώντας τα κύματα είτε οδηγώντας ζωντανά επάνω στα κατσάβραχα, μα κανείς ξεγδέρνοντας κι απολεπίζοντας συνάμα˙ στο μυαλό τους, αυτά τα δύο δεν παντρεύονταν, μιας και οι μεν βοσκοί αντιλαμβάνονταν το νησί ως έναν βράχο που αντιστέκεται στη θάλασσα, οι δε ψαράδες, ως ένα κομμάτι γης που ορίζεται από νερό.
Οι φωνές των διδύμων διατυμπάνισαν την άφιξή μου, κι έτσι δεν άργησαν να μαζευτούν στην ακτή οι άνδρες ούλοι του νησιού. Ψαράδες οι μισοί, συνασπίστηκαν γύρω απ’ τον συντεχνίτη τους, ενθαρρύνοντάς τον με επευφημίες, ενώ οι υπόλοιποι μισοί, οι βοσκοί, γύρω απ’ τον άλλο αδελφό. Και τα χέρια μου θα ’χαν ξεριζωθεί, αν η ανάγκη να με κρατήσουνε ακέραια δεν συνέτιζε τα δίδυμα αδέλφια. Κατέληξαν ότι μόνο ο σοφός γέροντας του νησιού μπορούσε να λύσει το γόρδιο δεσμό. Έτσι, με σήκωσαν στον αέρα. Κυλούσα, πάνω-κάτω σε λόφους, σ’ έναν χείμαρρο από σηκωμένα χέρια που ανταγωνίζονταν για μια σπιθαμή του κορμιού μου, μέχρι που, στην πλατεία του χωριού, μπροστά στον γέροντα, με ξάπλωσαν κατάχαμα.
Ο γέροντας ήταν τόσο γέροντας που εγώ προσωπικά δεν θα τον έπαιρνα ποτέ στα σοβαρά˙ φορούσε την κουτσαμάρα του σαν τραύμα πολέμου, τη βραχνάδα στη φωνή του σαν αντισηπτικό και κάθε αυλάκι στη μορφή του σαν παράσημο. Εγώ πάντα αγαπούσα τους γέρους που δεν έχουν τίποτα σοφό να πουν, καμιά ιστορία να διηγηθούν πέρα από εκείνες που δεν αφηγούνται παρά την άνοια…, τις γριές που με βελονάκι πλέκουν σε ρόμβους τα προικιά τους και όταν τις ρωτούν «γιατί;», εκείνες απαντούν με ρόμβους στον αιώνα τον άπαντα. Πάντα μια τέτοια γριά ήθελα κι εγώ να γίνω… Έχετε προσέξει με πόση ευκολία λέμε «Εγώ, πάντα…» το ’να ή το άλλο… Και τι παράξενο…, έχουμε και δίκιο, κι αυτό το δίκιο με πνίγει με μια γαλήνη που εκφράζεται ως φόβος. Από όλα τα απίθανα πράγματα το «πάντα» είναι το πιο χειροπιαστό, εγώ πάντα το ’ξερα…
Ο γέροντας, λοιπόν, μίλησε… Απεφάνθη ότι ο μοναδικός τρόπος να επιλυθεί αναίμακτα το αδιέξοδο ήταν να διαλέξω εγώ αφέντη. Αρχικά, στο άκουσμα μιας τόσο άλογης πρότασης, ο όχλος ξέσπασε σε γέλια και κοροϊδίες˙ πού ακούστηκε η πληγή να επιλέγει το λεπίδι, το χέρι να προσαρμόζεται στα μέτρα του γαντιού, το κορμί ν’ αντιλαλεί σκιά! Σύντομα όμως, οι νησιώτες –που εντωμεταξύ είχαν αρχίσει να με λιμπίζονται και ν’ αμφισβητούν το δικαίωμα των διδύμων πάνω μου–, προσπαθώντας ο καθένας να προλάβει για λόγου του, άρχισαν ένας-ένας να μαζεύονται γύρω μου, να σπρώχνονται και να φωνάζουν: «Εμένα διάλεξε… Όχι-όχι, εμένα…, εμένα!». Μ’ έζωναν όλο και πιο σφιχτά… Κεφάλια σαν κοκκινογούλια έτοιμα να εκραγούν ξεπρόβαλλαν μέσα από τις ρωγμές ενός δονούμενου τείχους˙ απαιτούσαν ν’ ανοίξω το στόμα μου και γκάριζαν… Ζητούσαν να διαλέξω δρόμο, ωσάν σε δρόμο να μην ήμουν παραπεταμένη. Ζητούσαν να ευχηθώ σε κάποιο πεφταστέρι, ωσάν η ίδια να μην γκρεμιζόμουν φλεγόμενη. Ζητούσαν να διαλέξω έρωτα, ωσάν έρωτας η ίδια να μην ήμουν. Απαιτούσαν αλήθειες, ωσάν να μην ήμουνα στ’ αλήθεια… Μια μάνα απαιτούσε να τραγουδήσω… Τσιμουδιά εγώ…

Οι ιαχές –έτσι μπλεγμένες όπως ήταν αναμεταξύ τους κι απ’ το μακρύ ταξίδι μες στον κόσμο αλλοιωμένες– έφτασαν μέχρις εμένα ως θρόισμα..., ένα θρόισμα διαφορετικό…, όχι φύλλων, αλλά του ίδιου του ανέμου καθώς συστρεφόταν, αναδιπλωνόταν, έβγαζε τα μέσα του έξω, από φυσικό φαινόμενο έπνεε αφύσικο ανώνυμο και τούμπαλιν, και πάλι από την αρχή... Εγώ δεν αντελήφθην κάτι, αλλά ήταν άνεμος στα σίγουρα, διότι, όταν ξύπνησα, ανάσκελα κι ανοιγμένη σαν μπουμπούκι πιστό στου ήλιου τα καμώματα, οι στάχτες τριγύρω μου είχαν σκορπιστεί. Όταν, δε, σηκώθηκα, εκεί που κειτόταν το σώμα μου, αντίκρισα μια φλούδα σποδού, μία βιτρούβιο σιλουέτα που ανασκολοπισμένη φάνταζε, έτσι όπως απλωνόταν με τα πόδια ανοικτά και τα χέρια στη διάταση αχρηστεμένων δεικτών ρολογιού…, σημάδι ότι φόνος είχε διαπραχθεί. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω να τον πάρει πάνω του, παρά σύσσωμο το γένος των ανθρώπων..., el pueblo unidos jamas sera vencidos..., σύσσωμο, μα με τα μέλη του ένα προς ένα εξαιρούμενα, αυτοεξόριστα κι αναιμικά μες την κρυστάλλινη ευκρίνεια των περιγραμμάτων τους. Έτσι, αναπόφευκτα, ο κλήρος έπεσε σ’ εμένα! Κι ενώ αρχικά φορτώθηκα το φταίξιμο με ελαφρότητα ανάλογη εκείνης που ο δήμιος επιστρατεύει για να το αποτινάξει, δεν άργησα να υποτροπιάσω, να διολισθήσω στην παρόρμηση της ενοχής την τόσο αντανακλαστική όσο και των βλεφάρων το πετάρισμα. Έσπευσα, λοιπόν, τα πειστήρια να καλύψω του εγκλήματος. Έσκυψα κι άρχισα να φυσώ, να ξεφυσώ και πάλι να φυσώ την τέφρα να διασπείρω..., μα εκείνη είχε δέσει απ’ όλα τα υγρά που είχα ξοδέψει όσο ο ύπνος μ’ έστυβε, είχε για τα καλά πετρώσει. Σαν είδα κι απόειδα, σωριάστηκα κατάχαμα. Τότε, με δόντια γεωτρύπανα κατακερμάτισα το γκρίζο απολίθωμα, κομμάτι-κομμάτι το μάσησα και το κατάπια ολάκερο. Μα τσάμπα η βαρυστομαχιά και το ξεδόντιασμα πιο τσάμπα˙ μια σκιά ακόμα αχνοφαινόταν, μια στάμπα ανθρώπινη πάνω στο πάτωμα που από ξύλινο είχε πάρει την όψη της ασφάλτου και τρανταζόταν στο βηματισμό ενός αγήματος που έμοιαζε μήτε να πλησιάζει μήτε ν’ απομακρύνεται.
Δίχως δεύτερη σκέψη, έβγαλα τη γλώσσα έξω κι άρχισα να γλείφω τη μοχθηρή φιγούρα, να την φτύνω και να την τρίβω μανιασμένα με τα γυμνά μου χέρια, μέχρι τα δάκτυλα να λειανθούν και τα θρασύδειλα να αφανιστούν αποτυπώματά τους. Πια, δε μου ’μενε τίποτα άλλο παρά να γεμίσω τη σκιά με το κορμί μου, πεσμένη μπρούμυτα με τη ματιά στο άπειρο της χθονός και τ’ άκρα ορθάνοιχτα σαν αστερίας που, έτσι χαμερπής, πληρώνει την οπισθογεμή ερωτοληψία του με τα ουράνια.
Έτσι με βρήκατε κι εσείς, και μαζευτήκατε τριγύρω μου, πλανήτες που έψαχναν κάπου να εναποθέσουν την πλάνη τους, αδιάκοπα περιστρεφόμενοι δερβίσηδες που είχαν συνηθίσει τη θολούρα της πανοραμικής οπτικής τους κι έψαχναν σημείο ασάλευτο για να ζήσουν τον ίλιγγο απ’ την αρχή. Με γυρίσατε ανάσκελα και το βρήκατε... εδώ, στο άστρο το λευκό ανάμεσα στα μάτια μου, το άστρο που τόσον καιρό κρυβόταν στη λευκή επιδερμίδα μου κι έλαμψε μονάχα σαν με κάλυψαν τα αίματα... Σε τούτο το σημείο το αίμα δεν στεριώνει!

Ναι λοιπόν, τον σκότωσα! Ήταν ή εκείνος ή εγώ, και το δικαίωμα στον δικό μου τον φόνο όφειλα να το κρατήσω για τον εαυτό μου! Αλλά αυτό το ξέρατε ήδη, αφού το έγκλημα, διαρκές, διαδραματίζεται ακόμα, ετούτη τη στιγμή μπροστά σας. Και το γιατί επίσης, το νοιώθετε μες το πετσί σας, το καταλαβαίνουν τα χέρια σας που εφαρμόζουν τέλεια σαν γάντια στις χειρονομίες μου όταν, καρφωμένα σε δρέπανα και σταυρουδάκια, φτερουγίζουν παριστάνοντας τα περιστέρια. Ξέρετε τα πάντα που χρειάζεται ένα σώμα ενόρκων. Για το τίποτα όμως, το τίποτα που ξεγλιστρά από κάθε ετυμηγορία και έτσι την επικυρώνει, πρέπει να γίνετε σώμα υπέρορκο, το άμετρο όλων των πραγμάτων που ομολογεί πως δεν γεννήθηκε από σώμα, που στις ραφές ανάμεσα στα μέλη του δεν αναγνωρίζει πλέον προσκυνήματα, τροχιές πλανητών κι οδηγίες ανατομίας, αλλά μπιχλιμπίδια, φανταχτερά σαν εκείνα που απερίσκεπτα σκορπάνε οι ιεροκήρυκες στους ιθαγενείς τους άγριους αρκετά για να εκτιμήσουν την αξία τους. Όχι, μην αφήσετε κανένα να σας πείσει ότι ήταν απλώς ψιχουλάκια πολύχρωμα που σας παρέσυραν στο άστυ ελέησον, κι όχι οι φλόγες που, καθώς την άμμο έλιωναν, ψιθύριζαν: «εμπρός λοιπόν, εμπρός για τον Νέο κόσμο, εκεί όπου τα πάντα θα ’ναι διάφανα και γάργαρα σαν το νερό..., ακόμα και ο θάνατος». Σε σένα το λέω Σπάρτακε που, σαν έφτασες στις Άλπεις κι ο δρόμος ήτανε πια ανοικτός για το μέρος που φώναζες σπίτι –μα σπίτι δεν ήταν–, έκανες μεταβολή και κίνησες με μια στρατιά αδέσποτων να πάρεις μια πόλη που την έλεγαν Ρώμη, μα Ρώμη δεν ήταν. Σε σένα Σαλώμη, που όσο κι αν στριφογύριζες δεν ξεγυμνώθηκες ποτέ· η ιστορία σου, το όγδοο πέπλο κολλούσε στο δέρμα όλο και πιο σφιχτά, παλίμψηστο με κάθε νέα σου γυροβολιά. Σε σένα το λέω Φιοντόρ, που στα τέσσερα σαν μωρό παιδί πλατσούριζες στα λασπόνερα της Βλαντιμίρκα, ψάχνοντας για κάτι, οτιδήποτε βυθισμένο εκτός τόπου... Μα τα πάντα ταίριαζαν εκεί, και πιο πολύ απ’ όλα εσύ. Και σε σένα Όσκαρ, παραπλανημένε μου δανδή ..., ποιος να περίμενε ότι ο κολοφώνας σου δεν θα ’ταν άλλος από τ’ ανώνυμα στεφάνια που κάλυψαν το μνήμα σου!
Όσο μέσα στο δάσος το πυκνό παίζατε κρυφτό δίχως να κρύβεστε, τα φαινόμενα δεν απατούσαν, το σχήμα τους το έπαιρναν ακλόνητο απ’ τα χρυσά φτερά που πέφταν απ’ τις φυλλωσιές τυλίγοντας το κάθε τι σαν γάζες γύρω από αρρώστιες, εκ γενετής κι ανίατες. Και το νερό άφθονο σάς ξεδιψούσε, όμως για να σβήσει τη δίψα σας, έπρεπε να το πιείτε απ’ την πηγή... κι από ακόμη παραπέρα. Έτσι, δειλά-δειλά, σαν κάμπιες ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, κάνατε γυμνοί την έξοδο σας, ο καθένας με διαβατήριο στα χείλη και από μια βραχογραφία χειλιών.
Έξω στη γύμνια, η ξιπασμένη φλυαρία τού μπεκρή πατέρα ήλιου σάς τύφλωσε και τα βουνά πέρα στον ορίζοντα σάς φάνηκαν καλή ιδέα, απαλά σαν στήθη που ακόμα δεν έχουν βυζαχτεί. Κινήσατε λοιπόν για ένα «εκεί» που «εδώ» δε θα ’ταν. Κάθε τόσο κοντοστεκόσαστε και ρίχνατε πίσω μια δειλή ματιά. Από μακριά το δάσος σάς φάνηκε σαν δέντρο, πιο πέρα σαν φύλλο..., μέχρι που εξαφανίστηκε. Στο δρόμο σας σκοντάφτατε σε μεταλλικά κομμάτια μισοθαμμένα στο χώμα, μέλη από ηττημένες πανοπλίες. Τα ξεθάβατε με χέρια ακήρατα και τα φορούσατε με χέρια μιαρά..., μια περικεφαλαία εδώ, ένας θώρακας πιο κάτω, μία κνημίδα· σας ταίριαζε η σκουριά και το ξεραμένο αίμα. Κομμάτι-κομμάτι καλύφθηκε η σάρκα και τότε, για πρώτη φορά, σταματήσατε να βλέπετε ο ένας τον εαυτό του στον άλλο.
Ξαφνικά ο τόπος γέμισε πλανόδιους πωλητές. Άπλωναν πάγκους κενούς αριστερά και δεξιά του δρόμου, διαλαλώντας την πραμάτεια τους σε διαλέκτους ακατάληπτες. Βήμα-βήμα, λέξη-λέξη μαθαίνατε. Έως ότου να σχιστεί η γλώσσα απ’ την ανάβαση έξω απ’ το στόμα, είχατε αποκωδικοποιήσει τη χάβρα… Όμως, αλίμονο, δεν είχατε ιδέα για την τόση πραμάτεια που είχατε ακούσια φορτωθεί, την τόση φτώχεια που ’χατε αποταμιεύσει με τα πολλά τα λόγια.
Ψηλά στις κορυφές, εκεί όπου το οξυγόνο σώνεται, τεντώσατε σώμα και χέρια, μα η πατρική αγκαλιά λιαζόταν όπως πάντα στη γνώριμη αδιαφορία της, πιο απρόσιτη από ποτέ. Εκεί δακρύσατε παγετώνες για την πατρίδα..., είχατε ξεχάσει σε πιο σημείο του ορίζοντα απλωνόταν το δάσος το πυκνό..., οι ψίθυροι πως είχε πια αποψιλωθεί φούντωναν μεταξύ σας. Επιστροφή δεν υπήρχε..., το μόνο καταφύγιο που ακόμα έστεκε για σας έπρεπε να το ορθώσετε απ’ τις πέτρες και τη λάσπη της γης που πατούσατε. Εγκλωβισμένοι στην πολεοδομία των οραμάτων, έρπατε στα κρυφά για μία δόση νοσταλγίας.
Έτσι σας βρήκα, να γλείφετε ντουβάρια κι άνοιξα τα πόδια μου για να σας προσφέρω έναν άλλο δρόμο, μέσα απ’ το καλειδοσκόπιο εκείνου του ονείρου που το έγκλημα διασπά στ’ απειροελάχιστα συστατικά του και το ανασυνθέτει ως απουσία. Όσο για την αρχή..., εκείνη αφήστε την να χαχανίζει απροσδιόριστη μέσα σε μικροσκόπια, τηλεσκόπια και σε σκοπούς κάθε λογής που στ’ άκουσμα του «αλτ τις ει;» κάνουν τους ψόφιους κοριούς. Ας πιάσουμε λοιπόν τα πράγματα απ’ το σημείο εκείνο που τα ’χαμε αφήσει, σίγουροι πως θα παραμείνουμε εκεί, όσο κι ο ταχυδακτυλουργός για την τεμαχισμένη βοηθό του, τον Ρήγα στο μανίκι τον αυτόχειρα, και το λαγό που αποσυντίθεται τρέχοντας στο καπέλο.

Με λένε Κυριακή και είμαι εθισμένη στο καρδιοχτύπι… Ανάμεσα σε κάθε δύο χτύπους –τόσο στιγμιαίους που δεν μαντρώνονται σε μια στιγμή– κλωτσά η στέρηση, χάνω τα λογικά μου και κάνω φόνο. Το χρόνο τον σκοτώνω με όπλο τη ζωή.
Υπάρχει μια φυλή κάπου βαθιά στην Αφρική που, εάν κάποιος διαπράξει κάποιο έγκλημα, καλείται στο κέντρο του χωριού όπου τα μέλη της κοινότητας σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω του και τραγουδούν το τραγούδι του: «Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή…».
Αυτή σας την ετυμηγορία την αρθρώνω εγώ η ίδια απ’ το πρώτο μου χασμουρητό…, και την ποινή σας την εκπνέει η αφεντιά μου μετά από κάθε εισπνοή στο εφετείο˙ εκεί ο εφέτης είμαι και θα ’μαι μόνο εγώ: «Χαρτί, χαρτί και καλαμάρι…». Καταδικάζομαι, λοιπόν, τον πόθο να μην ποθώ, από μακριά τον έρωτα να παρακολουθώ ν’ ασθμαίνει κάθε μέρα και κάθε βράδυ να ψυχορραγεί!
Να, να τος πάλι στο μπαλκόνι του, το βιος του πετά μα δεν ξέρει τι πετά. Οι κινήσεις του είναι μηχανικές, τίποτα πέρα από απλές σωματικές αντιδράσεις δίχως νόημα, κάτι σαν το φτέρνισμα ή το ξύσιμο φαγούρας ή το κλείσιμο των ματιών στ’ αντάμωμά τους με τον ήλιο. Ο νους δεν προηγείται των χεριών, μα τ’ αντηχεί για να δικαιολογεί κι αυτός κάπως την ύπαρξή του, προβάλλοντας την ίδια τη σκηνή ξανά και ξανά: τη μάνα του να ρίχνει τα βρωμόνερα της κουζίνας έξω απ’ το παράθυρο και, από κάτω στον λασπόδρομο, τα ζιζάνια να ψηλώνουν, όλο και να ψηλώνουν. Γυναίκα δεν υπάρχει να τον σταματήσει – η χειρομάντισσα που δεκαετίες πριν στο πανηγύρι της Αγίας Βαρβάρας είχε δει τρία στεφάνια, είχε καταφανώς πέσει έξω…, τρις… Κάποτε είχε σκεφτεί να κατέβει στην πολιτική, αλλά είχε φοβηθεί μήπως κάνουν τη ζωή του φύλλο και φτερό και βρούνε για τους φόρους που δεν είχε πληρώσει, τις μπουρδελότσαρκες που ’χε πάει και τα τσιγάρα που ’χε πιει, τις καλημέρες που δεν είχε πει, τις προσευχές που ζητούσαν όσα δε ζητιούνται, τα χέρια που ’χε αφήσει εδώ κι εκεί, τα πεφταστέρια που ’χαν χαθεί ανεκμετάλλευτα και τα τσακμάκια που ’χαν μουχλιάσει στη βροχή, τα ονειροπαρμένα εντόσθια, τα τζιτζίκια και τα βρωμόνερα…, και πάλι τα βρωμόνερα…
Να τος, απ’ το μπαλκόνι του πετά το παρελθόν σε κούτες, μα δεν βλέπει τι πετά και πού. Από κάτω έχει μαζευτεί κόσμος και ντουνιάς, μα εκείνος δεν αναγνωρίζει ούτε τον κόσμο ούτε τον ντουνιά. Φωνάζουν διάφορα ονόματα, μπας και πετύχουν το δικό του και έτσι τον ξυπνήσουν: «Γιάννη, Περικλή, Βύρωνα!». Σαν πενταροδεκάρες σκάνε στην άσφαλτο τα παράσημα του πατέρα, εκείνα απ’ τον Τρωικό πόλεμο, την άλωση της Πόλης και τα Δεκεμβριανά˙ οι κονκάρδες με τα συγκροτήματα, τα σφυροδρέπανα και τα εξωτικά ακρωνύμια˙ τα ρολόγια τσέπης. Τα παιδιά τρέχουν, σπρώχνουν το ’να τ’ άλλο για ν’ αρπάξουν τον καλύτερο μποναμά, πιάνονται στα χέρια για τα πιο αστραφτερό σουβέρ – ποιο άραγε ν’ αξίζει πιο πολλά, το Κολοσσαίο, η Αφροδίτη της Μήλου, η Μαιριλύν Μονρόε; Κάποτε ήταν κι ο ίδιος παιδί, έτσι λένε τουλάχιστον…, είναι καταγεγραμμένο, όπως άλλωστε καθετί το ξεγραμμένο. Παλιόχαρτα σκορπίζονται στον αέρα σαν κομφετί: φωτογραφίες με το τροχόσπιτο, τον οβελία και τις συμμαθήτριες απ’ την πενταήμερη˙ κιτρινισμένες σελίδες απ’ τον καζαμία, ραβασάκια που δεν έστειλε ποτέ και γραμματόσημα, τα φτηνά με τη Ελισάβετ της Αγγλίας, αλλά και τα σπάνια από τη Μογγολία˙ έπαινοι, απολυτήρια, συμβόλαια κι εξώδικα, αποκόμματα ιπποδρομιακών στοιχημάτων…, αυτά που ’χαν κερδίσει˙ καζαμίες και σημειωματάρια, τα μουτζουρωμένα μα και τ’ άθικτα. Μόλις ανοίξαν κι οι ουρανοί! Πάρ’ τα κάτω όλα, τα έμπλαστρα, τα φιαλίδια, τα σωληνάρια και τα χάπια που σκορπίζονται, κατρακυλούν στις λακκούβες και λιώνουν. Να, έφτασαν και τα πρεζόνια˙ στα τέσσερα χαμογελούν, ρουφάνε τα βρωμόνερα…
Να τος απ’ το μπαλκόνι του πετά τα ρούχα του στην βροχή, μα δεν σκαμπάζει από καιρό. Είναι καιρός τώρα που ντυμένος παγώνει και γδυτός φλέγεται, μα δεν του κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Κάποτε ντρεπόταν για το δέρμα του και, αντί να το καλύπτει, γύρευε να το βγάλει το πετσί. Μετά ανακάλυψε το σιδέρωμα κι έκτοτε η τρίχα δεν του σηκώνεται ποτέ. Κι ενώ τίποτα δεν καθόταν πάνω του σωστά, ενώ το κάθε τι είτε τον έσφιγγε σαν παροιμία είτε έπλεε σαν πανί στη νηνεμία, τώρα που πέφτουν τα πάντα ταιριάζουν: τ’ ανέκδοτα εσώρουχα, τα μπαγιάτικα κοστούμια, η αθάνατη στολή της εργασίας, τα πανωφόρια με τις μεγάλες τσέπες, οι εμπρηστικές γραβάτες, οι κάλτσες οι μειξοπαρθένες, τα αναμάρτητα καπέλα και τα γάντια τ’ αθυρόστομα. Έφτασε κι ο παπάς, φωνάζει κάτι για τον οξαποδώ, κάτι για κάποιον αμνό και για μια τεθλιμμένη οδό, ραντίζει με βασιλικό και ροδόνερο που σβήνεται στις επουράνιες στάλες! Έφτασαν και τα όργανα της τάξης, απειλούν να σπάσουν την πόρτα του και να μπουκάρουν, μα δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο παράπτωμα… Να και τα φλύαρα σεντόνια, ίπτανται τ’ ανιστόρητα…, να τα επιτέλους…, επιμορφώνονται μες στα βρωμόνερα.
Να, να τος απ’ το μπαλκόνι του πετά θαλασσογραφίες σε χρυσοποίκιλτες κορνίζες, μα δεν έχει δει τη θάλασσα ποτέ του…. Από κάτω, μια παρομοίωση πελάγους από στριμωγμένα στόματα. «Σταυρώστε τον» φωνάζουν…, και τον Πιλάτο και τον Βαραββά και τον Ναζωραίο…, κι όποιον άλλον, τέλος πάντων… Ένα-ένα σκάνε στο δρόμο με κρότο τα κλοπιμαία μιας ζωής: τα πορσελάνινα αγγελάκια˙ τ’ ασημικά που κλάγγιζαν από γενιά σε γενιά αχρησιμοποίητα˙ τα πρόστυχα φωτιστικά˙ τα εθελότυφλα συρτάρια˙ η σκαλιστή σερβάντα με τα ξιπασμένα κρίνα˙ το περσικό, στιγμιαία μαγικό χαλί˙ τ’ αχόρταγο ψυγείο˙ το κεφαλάρι με τους παχουλούς ερωτιδείς˙ το ταγγισμένο πάπλωμα… Ο όχλος παραμερίζει μη φάει το κεφάλι του… Μόνο οι γύφτοι κοντοζυγώνουν για να ψαρέψουν ό,τι σωθεί απ’ τα βρωμόνερα.
Κοιτάξτε, να τος απ’ το μπαλκόνι του πετά ό,τι έχει και δεν έχει˙ μοιάζει να μην σταματά ούτε για ανάσα… Κι όμως, κάθε στιγμή τα παρατά κι αμέσως ξαναρχίζει. Πετά τα πόδια… Παραπατά, τα παρατά και αρχινά ξανά και τον κορμό παραπετά, τα χέρια…, το πέταγμα πετάει στα βρωμόνερα…
Τώρα πια, μόνο το κεφάλι έχει παραμείνει, στριμωγμένο στα κάγκελα. Σύντομα θα φτύσει δόντι-δόντι και το χαμόγελο…, και μετά τα υπόλοιπα, και τα λοιπά και τα λοιπά… Κι από αύριο, όταν στις έξι το πρωί περάσει το σκουπιδιάρικο, δεν θα υπάρχει τίποτα από ’κείνον πια…, εκτός απ’ τα βρωμόνερα…. Και θα ’ναι μέρα Κυριακή…, και πάλι από την αρχή…

Υπάρχει μια φυλή κάπου βαθιά στην Αφρική που, όταν κάποιος φτάσει σε γήρας βαθύ, ξαπλώνει στο κρεβάτι του έτοιμος να πεθάνει, ενώ όλο το χωριό τραγουδά το τραγούδι του για μία τελευταία φορά…
Να, πάλι νυχτώνει… Αύριο το πρωί και πάλι θα σηκωθώ˙ μπροστά μου, όπως κάθε μέρα, δύο σειρές από καρέκλες θα απλώνονται πλάτη-πλάτη έως εκεί που φτάνει το μάτι. Θ’ ακούγεται το τραγούδι μου, σημάδι πως θα πρέπει γύρω τους να βαδίσω: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δενδρολιβανιά…». Μόλις σταματήσει, θα κάτσω γρήγορα σ’ όποια καρέκλα βρω, στην πιο κοντινή. Θα ξαναρχίσει για να σηκωθώ: «Κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος…». Ακριβώς τη στιγμή που θα σηκώνομαι, μια καρέκλα απ’ το τέλος της μίας σειράς θα εξαφανιστεί… Και πάλι από την αρχή: «Αρχή που βγήκε ο Χριστός…». Αργά το βράδυ, θα έχει μείνει μόνο μια καρέκλα και γύρω της θα περπατώ: «Στη γη, στη γη να περπατήσει…». Και μετά καμιά…, και γύρω απ’ τον εαυτό μου θα στριφογυρίζω: «Και να μας, και να μας καλοκαρδίσει…».
Κοίτα με, κοίτα με μάνα πώς στριφογυρνώ, σβούρα τρελή σαν τότε που ήμουνα παιδί, σαν ήλιος, γη και ουρανός. Κοίτα, κοίτα μάνα, τ’ ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου ανατέλλει κατακόκκινο…, μα τα αίματα δε λένε να κατέβουν… Μάνα μην έρθεις, σε παρακαλώ…, για μια φορά απόψε μην έρθεις στ’ όνειρά μου! «Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται…». Κοίτα με… Σε σένα το λέω Βασίλη, σε σένα Κώστα, Μιχάλη…, Αλίκη, Μαρία, Κατερίνα, Αγγελική… Σε σένα Ευδοκία…, κοίτα με Ευδοκία! «Συ ’σαι αρχό – συ ’σαι αρχόντισσα κυρία…»
Μπαμπά…, κοίτα με μπαμπά. Κοίτα με πώς μεγάλωσα! Κοίτα…, το σκοτάδι έχει πέσει! «Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάμπιο ζυμωτή…» Κοίτα μπαμπά τον κήπο μας˙ έχει γεμίσει μαργαρίτες! Να και το μαρμάρινο λουλούδι˙ στέκει ακόμα στη μέση, ακόμα τρεις φορές το μπόι μου. Κοίτα με, μπαμπάκα μου κοίτα με!
«Δες και με, δες και με την Κυ … ρια … κή…»
Πάτμος, Αύγουστος 2020
(ζωγραφικά έργα από τον Balthus)
Comentarios