top of page
Search

Ο Διάβολος και οι λεπτομέρειες • Ι.Μ.



«Εικοσιεπτάχρονο ‘παλικάρι’ νοσηλεύεται χτυπημένο από τον κοροναϊό!» αναγγέλλει η παρουσιάστρια ειδήσεων… Πόσο ανθρώπινη, ευαίσθητη και αθώα προσέγγιση… αν προερχόταν απ’ το στόμα της γηραιάς γειτόνισσας ενώ θα πίναμε μέτριο ελληνικό συνοδευμένο με γλυκό του κουταλιού! Άραγε είναι όλοι οι εικοσιεπτάχρονοι παλικάρια ή ήταν αποδεδειγμένα ο εν λόγω ατυχής νέος; Γιατί σε τι άλλο θα αποσκοπούσε ένας δημόσιος λόγος εντυπωσιασμού πέρα απ' τη δημιουργία εντυπώσεων;


Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, πως όσα βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο συνιστούν κρίση μεγίστου βαθμού, για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτούνται οι πλέον αυστηροί περιορισμοί στην ελευθερία του ατόμου, κι ας αφήσουμε προς το παρόν τους ειδικούς επιστήμονες να έχουν τον πρώτο λόγο, για να κριθούν κι εκείνοι σε μελλοντικό χρόνο. Μια τέτοια συμφωνία καθίσταται αναγκαία έτσι ώστε η όποια συζήτηση περί της αναγκαιότητας των μέτρων να μην επισκιάσει άλλες συνιστώσες της επιβολής περιορισμών, οι οποίες δεν είναι δευτερευούσης σημασίας και δεν αξιώνουν πτυχία επιδημιολογίας και ακριβή επιστημονικά δεδομένα ως προϋποθέσεις για την εξέτασή τους. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στη ρητορική που επιστρατεύεται για να προπαγανδίσει την αναγκαιότητα οδυνηρών μέτρων αντιμετώπισης οριακών καταστάσεων, αφού σε περιόδους κρίσης τα πρώτα θύματα είναι συνήθως οι λέξεις, και οι βιασθείσες λέξεις είναι αυτές που θα συνεχίσουν ν’ αφήνουν το αποτύπωμά τους για πολύ καιρό αφού η κρίση θα έχει παρέλθει.


Όσο αναπόδραστη είναι η σκληρή πραγματικότητα που θέλει ενίοτε να παρουσιάζονται καταστάσεις για το χειρισμό των οποίων οριζόντια μέτρα κρίνονται επιβεβλημένα, άλλο τόσο αδιαφιλονίκητο είναι το γεγονός ότι τα οριζόντια μέτρα, παρά την ενδεχόμενη αναγκαιότητά τους, δεν δύνανται να λογίζονται ως δίκαια αφ’ ης στιγμής το κοινωνικό μέρισμα δεν είναι ισόποσα κατανεμημένο – όπως δίκαιοι δεν είναι και οι έμμεσοι φόροι. Μια ρητορική που τα προπαγανδίζει ως ακριβοδίκαια προσβάλλει εκείνους ακριβώς που καλούνται να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος, τους πιο αδύναμους δηλαδή και λιγότερο προνομιούχους, με κίνδυνο αυτοί ν’ αντιδράσουν –όχι αδικαιολόγητα– κι από αγανάκτηση να επαναστατήσουν ενάντιά τους! Όταν αυτή ρητορική χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο τον αβάσιμο ισχυρισμό της ίσης κατανομής φορτίου, καθίσταται αυτομάτως αφερέγγυα˙ ψευδεπίγραφη δε όταν έρχεται η ώρα να ζητήσει συμμόρφωση από εκείνους που εν τοις πράγμασι επιβαρύνονται άνισα, και δη όταν το κάνει κουνώντας το δάχτυλο. Όσοι αδυνατούν να αποδεχτούν αυτήν την νομοτελειακή συνεπαγωγή δεν το κάνουν από έλλειψη αντίληψης, αλλά επειδή οι ίδιοι βρίσκονται ως επί το πλείστον στην προνομιούχα μερίδα του πληθυσμού, συνεπώς πλήγονται λιγότερο και έχουν την πολυτέλεια να επιδίδονται αναίμακτα σ’ έναν αυθαίρετο διαχωρισμό αξιών, να τις κατατάσσουν σε μείζονες και ήσσονες, με τις δεύτερες ανοιχτές σε εκπτώσεις υπό το φάσμα οριακών καταστάσεων. Όσοι έχετε την τύχη να συγχρωτίζεστε με ανθρώπους διαφορετικών τάξεων, θα πρέπει προσφάτως να έχετε προσέξει ότι οι πιο ένθερμες φωνές υπέρ των μέτρων περιορισμού προέρχονται από ανθρώπους το βιοτικό επίπεδο των οποίων είναι κατά πολύ άνω του μέσου όρου – και δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική κατάσταση, αλλά και σε άλλους παράγοντες που καθορίζουν το επίπεδο ζωής, όπως το περιβάλλον διαμονής, η οικογενειακή κατάσταση ή η ψυχική υγεία. Φυσικά και αυτό δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, ενώ ένας πιθανός ισχυρισμός ότι το ανώτερο βιοτικό επίπεδο προάγει την κοινωνική αλληλεγγύη μονάχα ως υπεκφυγή ή παραλογισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί... Τελευταία δε, ακούγεται συχνά το δήθεν εμψυχωτικό μήνυμα ότι ένας ιός δεν κάνει διακρίσεις, ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντί του˙ κάλπικο φληνάφημα κι αυτό, αφού έχουμε φροντίσει να κάνουμε εμείς προκαταβολικά τις διακρίσεις ανάλογα με τη θέση του καθενός στον κοινωνικό ιστό.


Αντίστοιχα, η επίκληση στην ατομική ευθύνη καταρρέει όταν τίθεται ως απαίτηση σε εκείνους που δεν χαίρουν ίσα δικαιώματα ατομικότητας με άλλους συμπολίτες μας, και δη όταν αυτή γίνεται με χειριστικούς ελιγμούς από ένα κρατικό μηχανισμό που αποτυγχάνει στο μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί. Προσπαθήστε να πείσετε, λόγου χάριν, εκείνον που για να μεταβεί στη δουλειά του αναγκάζεται να στοιβαχθεί με δεκάδες αγνώστους στα μέσα μαζικής μεταφοράς ότι, στο πλαίσιο της ατομικής ευθύνης, οφείλει να περνά τον προσωπικό του χρόνο σε πλήρη απομόνωση, να μην επισκέπτεται κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ή να αποφεύγει την έξοδο απ’ το ημιυπόγειο δυάρι του, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε επικίνδυνη και ανεύθυνη συμπεριφορά… Αν αποφασίσει –όπως πιθανώς να ενδείκνυται ή να επιβάλλεται από τις περιστάσεις– να συμμορφωθεί, αυτό δεν θα συνιστά αποδοχή ατομικής ευθύνης, αλλά προσφορά, αν όχι θυσία για το κοινό καλό! Αυτό που παραβλέπει μια ανεπαρκής εξουσία όταν χρησιμοποιεί επικριτικό λόγο –ταυτόχρονα διαστρεβλώνοντας τις έννοιες κατά το δοκούν– είναι ότι οι σχέσεις αλληλεγγύης, τις οποίες και επικαλείται, γαλουχούνται με αμοιβαίο σεβασμό. Υπάρχει μια αγγλική έκφραση: «to add insult to injury» (στα ελληνικά θα λέγαμε «και κερατάς και δαρμένος»)… Ο δικαιολογημένα θιγμένος πολίτης θα επαναστατήσει αντανακλαστικά ακόμα και ενάντια σε απολύτως απαραίτητα μέτρα. Γι’ αυτό και μια ανάξια εξουσία θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον τη στοιχειώδη σύνεση να μην τον ταπεινώνει περεταίρω, αλλά αντίθετα να του απευθύνεται με ταπεινότητα, ειδικά όταν επείγουν λύσεις που απαιτούν θυσίες, έστω και μικρές. Θα ήθελα να προλάβω όσους θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν παλαιο-μαρξιστικό παραλήρημα το αίτημα για ευαισθησία στις κοινωνικές ανισότητες, τονίζοντας ότι έτσι θέτουν οι ίδιοι εαυτούς απέναντί του.


Σίγουρα, υπάρχουν κι εκείνες οι φωνές που θα διατείνονταν ότι ένας κράτος δεν μπορεί να απευθύνεται στους πολίτες με ξεκάθαρους όρους συμβολαίου, πως ειδικά σε περιόδους κρίσεως οφείλει να παραμερίζει μερικές απ’ τις αρχές που διέπουν ακόμα και τις πιο απλές διαπροσωπικές σχέσεις και να ποδηγετεί τη μάζα για το κοινό καλό˙ ατόπημα ήσσονος σημασίας σε σύγκριση με το μείζον διακύβευμα… Κι ένας τέτοιος ισχυρισμός, ανεξαρτήτως των όποιων ηθικών ενστάσεων, θα μπορούσε πρακτικά και να απέφερε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αν οι αποδέκτες του ήταν ανυποψίαστες μονάδες που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν πότε χειραγωγούνται˙ όχι όμως όταν απευθύνεται σε κουρασμένους πολίτες, καχύποπτους απέναντι σ’ ένα κράτος που αποδεικνύεται συνεχώς αφερέγγυο. Επιπροσθέτως, μια αποδοχή πρακτικών χειραγώγησης, ακόμα για έναν πανθομολογούμενα ωφέλιμο σκοπό, απλώς ανοίγει τη χαραμάδα στη μελλοντική τους χρήση προς οιονδήποτε στόχο στα χέρια του πρώτου επιτηδείου «πατερούλη». Μετέχουμε σ’ έναν πολιτισμό που με κόστος αποτίναξε το δόγμα που θέλει το σκοπό ν’ αγιάζει τα μέσα, για να το επικαλούμαστε στην πρώτη κρίσιμη στιγμή… Και η λογική που υποστηρίζει ότι η συνέπεια απέναντι στις λέξεις συνιστά σε οριακές περιόδους μια πολυτέλεια είναι η ίδια που προετοιμάζει (ή συντηρεί) το έδαφος για την εργαλειοποίηση της γλώσσας ως μέσο χειραγώγησης και αύριο σε περιόδους ομαλότητας.


Φυσικά, στο ίδιο πλαίσιο διαστρέβλωσης των εννοιών κινείται και η συντονισμένη προσπάθεια ταύτισης κάθε κριτικής φωνής με πάσης φύσεως γραφικούς συνομωσιολόγους και αρνητές του ιού… Αλλά αυτή είναι τόσο χονδροειδής που δεν αξίζει εκτενούς αναφοράς.


Τελευταία, πολλοί παρομοιάζουν την τρέχουσα κατάσταση με πόλεμο˙ αναρωτιούνται, μάλιστα, τι θα γινόταν αν, μπροστά στο φάσμα του ολέθρου, εκείνοι που στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καλούνταν να υπερασπιστούν τις αξίες μας αμφισβητούσαν τους μηχανισμούς της αναγκαίας συμμαχικής προπαγάνδας… Σε αυτούς, ανεξάρτητα με το πόσο ένας τέτοιος παραλληλισμός είναι δόκιμος ή όχι, θα υπενθύμιζα ότι ήταν ακριβώς η φτώχεια κριτικού πνεύματος απέναντι σε αντίστοιχους μηχανισμούς που είχε ανοίξει το δρόμο στον όλεθρο εξαρχής…


Εν κατακλείδι, όταν το αίτημα για κοινωνική αλληλεγγύη και ατομική ευθύνη αρθρώνεται με όρους που βιάζουν τις λέξεις και προσβάλλουν τη νοημοσύνη εκείνων στους οποίους απευθύνεται, τότε καταστρατηγεί εν τη γενέσει του τις αξίες που επικαλείται. Στώμεν καλώς, λοιπόν… αλλά όχι μετά φόβου…

 
 
 

Comments


© Copyright
Subscribe

© 2020 Ioannis Mouhasiris

bottom of page