top of page
Search

Το όνομα των πάντων • Ιωάννης Μουχασίρης


«Pavel Apostolov»..., λέει σε κάποιον κάτι αυτό το όνομα; ...Όχι; Κι όμως..., θα ’πρεπε! Αυτό το όνομα θα ’πρεπε να ’ταν χαραγμένο βαθιά μέσα στον καθένα μας, πιο οικείο, πιο βροντερό κι απ’ αυτό του Ιησού του Ναζωραίου, του Ιουλίου Καίσαρα, του Γουτεμβέργιου! Ο Pavel Apostolov ήταν εκείνος ο Ρωμαίος λεγεωνάριος που στην Καρχηδόνα έσφαζε γυναικόπαιδα για την αιώνια πόλη, πεπεισμένος ότι έτσι έσωζε τη δική του τη φαμίλια απ’ το μαχαίρι˙ ήταν ο ιεροεξεταστής που ούτε για μια στιγμή δεν αμφισβήτησε το θεϊκό του καθήκον, ο αγνός Ιακωβίνος που ζητωκραύγαζε όταν κεφάλια έπεφταν.


Ο Pavel Apostolov ήταν ο τιτάνας που κουβαλούσε το άρμα της Ιστορίας. Μουσικολόγος, συνθέτης έργων για ορχήστρα χάλκινων πνευστών κι εξέχων μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης με αρμοδιότητα τη μουσική καθοδήγηση, απετέλεσε τον διώκτη πολλών συνθετών και, συγκεκριμένα, τον προσωπικό Ιαβέρη τού σπουδαίου Dmitri Dmitrijewitsch Schostakowitsch. Επί σειρά ετών, είχε βάλει στο σοσιαλιστικό στόχαστρο τον ξακουστό δημιουργό και τη μουσική του η οποία διέφθειρε, μόλυνε το λαό με τον παρακμιακό φορμαλισμό της. Μάλιστα, το ’48 τον οδήγησε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Ο Schostakowitsch, με επίπονους ελιγμούς, μικρότερες ή μεγαλύτερες εκπτώσεις στο έργο του, προσπαθούσε και κατάφερνε να επιβιώνει, να μεγαλουργεί και να επιμένει στον αγώνα του γι’ ανύψωση πάνω από κάθε λογής άρμα, πάνω κι απ’ τον ιστό της πόλης προς τον ουράνιο θόλο των σπλάχνων του.


Μια μέρα το Σεπτέμβρη του ’69, σαματάς απ’ το κοινό διέκοψε την τελική πρόβα και πρώτη ηχογράφηση της δεκάτης Τετάρτης συμφωνίας του Schostakowitsch – η οποία πραγματεύεται το θέμα του θανάτου. Ένας άνδρας είχε υποστεί καρδιακό επεισόδιο. Ήταν ο Pavel Apostolov, ο οποίος κι απεβίωσε λίγες ημέρες μετά.


Τι να περνούσε άραγε απ’ το μυαλό του τις ώρες που διασωληνωμένος και κατατονικός κείτονταν σ’ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι; Γλιστρούσε άραγε θριαμβευτικά στον ουρανό, εκεί πάνω απ’ τ’ ανταριασμένο νέφος τού πόθου το οποίο, αν και κοινό για όλους τους θνητούς, στον καθένα υπόσχεται κι από ένα διαφορετικό γαλάζιο, και, ενώ σε κάποιους στάζει στάλα-στάλα σαν ορός –κρατώντας τους μετά βίας ζωντανούς–, σ’ άλλους ανοίγει κατακλυσμιαίους κρουνούς; Mήπως διέσχιζε την Κόκκινη Πλατεία εν μέσω επευφημιών, καθώς μιλιούνια σύντροφοι, γνωστοί και άγνωστοι, του έσφιγγαν το χέρι, τον φιλούσαν σταυρωτά και δυνατά τον χτυπούσαν στην πλάτη; Ή μήπως, υπό τους ήχους διθυράμβων, ανέβαινε σκαλί-σκαλί τη μαρμάρινη κλίμακα προς το πάνθεον των ηρώων, εκεί όπου τον περίμενε η Ιστορία για να του περάσει στο κεφάλι το δάφνινο στεφάνι;


Αλίμονο όμως, καημένε Pavel Apοstolov! Ακόμα κι αν θυσίασες την ίδια σου την πνοή στην υπηρεσία τού κοινού οράματος, ακόμα κι αν έκλεισες τα μάτια σου με την εντύπωση ότι τον είχες γονατίσει τον οχθρό, η Ιστορία –όπως όλοι γνωρίζουμε– τον οχθρό αποφάσισε να επιβραβεύσει με την αθανασία. Γιατί η απάνθρωπη των ανθρώπων Ιστορία χαράσσει στο παλμαρέ της –με χρυσά ή μελανά γράμματα, ανάλογα με τα γινάτια της– εκείνους που με άυλα χέρια γυρίζουν τους τροχούς τού άρματός της, έτσι γεννώντας την ψευδαίσθηση μιας αδιάλειπτης πορείας προς το μύθο, μιας αδιάρρηκτης αλληλουχίας που τον καθένα γενναιόδωρα διαπερνά από μια μουτζούρα στην πλάτη σε μια υπόσχεση στο κούτελο. Αλλά τους πιο αντιπροσωπευτικούς της ήρωες τους κρατά εκεί όπου δρουν πλέον αποτελεσματικά: στην αφάνεια..., εκείνους που στους ώμους τους κρατούν το άρμα της, λαμπερό να αιωρείται πάνω απ’ το χώμα που κάθε θνητό γεννά και κάθε αθάνατο απογεννά.


Ο Pavel Apostolov δεν συνάντησε κάποιον συγγραφέα για να τον τραβήξει στην τάξη των ημίθεων. Όμως τον συνάντησα εγώ ως αστερίσκο σε κάτι σκονισμένα χειρόγραφα, και στο αστέρι του το σκοτεινό αναγνώρισα τη μαύρη ανθρώπινη ύλη που επιτρέπει κάθε τι από σάρκα να λάμψει όταν σάρκα δεν είναι πια. Αναγνώρισα εκείνον..., τον καθένα από εμάς που ως ανώνυμος φέρνει την μπουκιά στο στόμα και ως επώνυμος διώκτης την καταπίνει, εκείνον που ως προστάτης εισέρχεται ανάμεσα στα σκέλια γυναικός και βγαίνει ως εισβολέας, εκείνον που ως μαθητευόμενος σηκώνει το πόδι για να βαδίσει και ως στρατιώτης το κατεβάζει.


«Pavel Apostolov»..., αυτό πλαντάζει κάθε μωρό προτού ψελλίσει τις πρώτες του λέξεις και κάθε επιθανάτιος ρόγχος αντηχεί. «Pavel Apostolov»..., αυτό το όνομα θα έπρεπε να γράφει κάθε δάσκαλος στον μαυροπίνακα με κιμωλία όταν συστήνεται στους μαθητές του, αυτό να γεμίζει τον κενό χώρο κάτω από κάθε σύνθημα σε κάθε τοίχο, να κοσμεί όλα τα διάκενα των αράδων κάθε βιβλίου. «Pavel Apostolov»..., να το θυμάστε αυτό το όνομα! Κι αν έτσι το ανασύρετε από τη λήθη..., τότε, απλά αντικαταστήσατέ το με το δικό σας...

 
 
 

Comments


© Copyright
Subscribe

© 2020 Ioannis Mouhasiris

bottom of page