Search

Απογραφή Καταστροφής • Ιωάννης Μουχασίρης


Κάθε έκτακτο γεγονός καταστροφής αποτελεί πύκνωση του χρόνου απώλειας ο οποίος, υπό συνθήκες ομαλότητας, απλώνεται σε ανεπαίσθητες δόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου˙ το άσπρισμα του τριχωτού της κεφαλής εν ριπή οφθαλμού. Η ίδια η λέξη για την καταστροφή σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες αποκαλύπτει το πρόσωπο αυτής της απώλειας. Disaster, désastre, disastro: η αποκοπή από τ’ άστρα. Στα δε ελληνικά υπονοείται από σύμπτωση ή κάποιο κοσμικό αστείο… αφού, αν και δε υποστηρίζεται ετυμολογικά, κάπου εκεί αχνοφαίνεται το αποτύπωμα ενός χαμένου άστρου, ολότελα απρόσιτου, να μας περιγελά για την απώλεια αυτού που ποτέ δεν κατείχαμε, παρά μονάχα ως υπόσχεση ενυπάρχουσα στη γλώσσα, υπόσχεση ενός κήπου της Εδέμ όπου το άτομο θα μπορούσε να είναι ένα με τον κόσμο και ταυτόχρονα ένα με τον εαυτό του.

Κι ενώ, ως ένας βίαιος, αιφνίδιος εκτοπισμός στην άκρη του ερέβους, κάθε καταστροφή υποδαυλίζει την υπαρξιακή μοναξιά, ταυτόχρονα φροντίζει να την απαλύνει, καθώς συνιστά το κατεξοχήν πεδίο όπου μια κατ’ ουσίαν ατομική απώλεια βρίσκει συλλογική έκφραση και ταύτιση στην ψευδαίσθηση της κοινής εμπειρίας. Όπως κάθε αντίφαση, έτσι κι αυτή μας ερεθίζει, με αποτέλεσμα να επιστρέφουμε διαρκώς, σαν τη γλώσσα σε χαλασμένο δόντι. Όμως δεν είναι και η μόνη αντίφαση που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τον όλεθρο. Ενώ η καταστροφή ως κοινή μαρτυρία αποτελεί το συνδετικό κρίκο όσων την βίωσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, παρέχοντας έτσι στις κοινωνικές ομάδες τα σημεία στήριξης για την αίσθηση οικειότητας μεταξύ τους (λειτουργία που άλλωστε μοιράζεται εξίσου με το θρίαμβο), από την άλλη δεν προτάσσεται ποτέ ως ζητούμενο. Η δε αναγνώριση του γενεσιουργού της δυναμικού συνήθως παραμένει ένας ακαδημαϊκός αστερίσκος. Κι αυτή η αποστροφή του βλέμματος από πλευράς του υποκειμένου επικυρώνει τη μόνιμη απειλή σε κάθε μας βεβαιότητα. Η καταστροφή λοιδορεί κάθε τελεολογικό μύθευμα. Ακόμα και αν αληθεύει ο ισχυρισμός του Louis-Ferdinand Céline ότι ο άνθρωπος είναι παρθένος στη φρίκη όπως και στο σεξ, το φάσμα της αιωρείται πάνω κι απ’ τους απαραβίαστους, ωσεί παρούσα έστω ως ενοχή για την απόδραση από τη συλλογική μοίρα, αλλά και ως Νέμεσις για όσους υποκύπτουν στην εθελούσια άρνηση του ανθρωπίνου δράματος. Πώς λοιπόν να γράψει κάποιος για την καταστροφή, όταν το ξέσπασμά της προσκαλεί τη σιωπή… και γιατί; Ουσιαστικά ποτέ δεν αναφερόμαστε στην καταστροφή, την περιγράφουμε ωστόσο κάθε φορά που μιλούμε. Σύμφωνα με τον Maurice Blanchot στο βιβλίο του Η Γραφή της Καταστροφής, η ίδια η γραφή συνιστά μια καταστροφή˙ αυτήν του υποκειμένου που χάνει τον έλεγχο της υπόστασής του υπό την κυριαρχία των λέξεων. Η δε προσέγγιση του Blanchot υπογραμμίζει την προαναφερθείσα αντίφαση: Η γλώσσα, το κατεξοχήν πεδίο καταστροφής του υποκειμένου, παρέχει και το κύριο συνδετικό υλικό του συλλογικού σώματος.



Η καταστροφή, αναφέρει ο Blanchot, διαλύει τα πάντα, αφήνοντας ταυτόχρονα το κάθε τι ανέπαφο. Δεν αγγίζει κάποιον συγκεκριμένα. Δεν απειλούμαι από αυτήν˙ αντίθετα, μου χαρίζεται. Και είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που με απειλεί, απειλώντας μέσα μου αυτό που βρίσκεται έξω από εμένα – κάποιον άλλον από εμένα που παθητικά γίνομαι ο άλλος. Αυτός που η καταστροφή απειλεί, από κοντά ή μακριά, είναι απρόσιτος, ενώ είναι αδύνατον να πει ο ίδιος: Η απειρότητα της απειλής έχει με κάποιον τρόπο σπάσει κάθε όριο. Είμαστε στη άκρη της καταστροφής χωρίς να μπορούμε να την τοποθετήσουμε στο μέλλον. Είναι μάλλον πάντα ήδη παρελθόν, αλλά βρισκόμαστε στην άκρη της ή υπό απειλή˙ και ταυτόχρονα είναι όλοι οι σχηματισμοί που θα υπαινίσσονταν το μέλλον –αυτό που δεν έχει ακόμα φτάσει– αν η καταστροφή δεν αποτελούσε αυτό που δεν έρχεται, αυτό που έχει βάλει ένα τέλος σε κάθε άφιξη. Το να σκεφτούμε την καταστροφή (αν κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν – και δεν είναι στο βαθμό που υποπτευόμαστε ότι η καταστροφή είναι σκέψη) σημαίνει να μην έχουμε πλέον ένα μέλλον για να την σκεφτούμε. Και συνεχίζει: Η καταστροφή δεν είναι σκυθρωπή, θα μας απελευθέρωνε από τα πάντα αν θα μπορούσε να έχει μια σχέση με κάποιον. Θα την αναγνωρίζαμε υπό το φως της γλώσσας, το λυκόφως μιας γλώσσας χαρούμενης γνώσης. Αλλά η καταστροφή είναι άγνωστη, είναι το άγνωστο όνομα για εκείνο μέσα στην σκέψη που μας αποτρέπει απ’ το να το σκεφτούμε, αφήνοντας μας μόνους σε εγγύτητα. Μοναχούς, και συνεπώς εκτεθειμένους στη σκέψη της καταστροφής που διαταράσσει τη μοναξιά και πλημμυρίζει κάθε είδος σκέψης, ως την έντονη, σιωπηλή και ολέθρια επικύρωση του «εκτός».



Μια πιθανή λύση στο αδιέξοδο θα μπορούσε να ’ταν ο κατακερματισμός της γλώσσας, όπως παραδειγματικά προτάσσεται από τον Paul Celan. Όμως, αυτός ο κατακερματισμός, δεν συνθέτει αυτοστιγμεί μια νέα γλώσσα καταδικασμένη να σκοντάψει στο ίδιο αδιέξοδο; Πώς θα ηδύνατο μια γλώσσα να γίνει απόλυτα προσωπική, εκπορευόμενη από το υποκείμενο; Ακόμα και αν ήταν εφικτή, δε θα ακύρωνε εν τη γεννέση της το αντικείμενο για την προσέγγιση του οποίου δημιουργήθηκε; Όμως πιθανώς να είναι ακριβώς αυτός ο καταδικασμένος χαρακτήρας του εγχειρήματος ο μοναδικός τρόπος, όχι να μιλήσουμε για την καταστροφή, αλλά για να την αποκαλύψουμε ως αποκάλυψη… Όπως επισημαίνει κι ο Blanchot: «Γράφω σημαίνει ότι είσαι απόλυτα δύσπιστος προς το γράφειν, ενώ ταυτόχρονα εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου ολότελα σε αυτό.». Μπορεί άραγε ο εικαστικός να ξεφύγει από τούτη τη μοίρα στο διάλογό του με την καταστροφή; Η πρόδηλη απάντηση είναι όχι, αφ’ ης στιγμής χρησιμοποιεί κι ο ίδιος μία γλώσσα. Ίσως όμως να έχει κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα, όχι τόσο ως προς το χαρακτήρα του αντικείμενου που αποκαλύπτει, αλλά ως προς τον τρόπο που αυτό αποκαλύπτεται και προσλαμβάνεται. Αιτία είναι ότι το εργαλείο του δεν συνιστά το κύριο μέσο που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, παραπέμποντας περισσότερο στο βίωμα παρά την κατανόηση, ιδιότητα που συνεπικουρείται από την απτότητα του εικαστικού έργου. Με άλλα λόγια, ο εικαστικός έχει την πολυτέλεια να ανοίγει μια κουρτίνα, δίχως να καλείται να ονοματίσει αυτό που εμφανίζει˙ αλλά και μία υποχρέωση: να μιλήσει για το άρρητο εκεί που ο επικοινωνιακός λόγος εξαντλείται και να διαμαρτυρηθεί για αυτό. Το στατικό εικαστικό έργο συγκεκριμένα, το οποίο αποκαλύπτεται μονομιάς σε μια πύκνωση του χρόνου αντίστοιχη της καταστροφής, αντηχεί και τον στιγμιαίο θάνατο που ενυπάρχει σε κάθε γύρισμα της μοίρας, ενώ τον επαναλαμβάνει, κάθε φορά που ο θεατής, στον δικό του υποκειμενικό χρόνο, ανοίγεται στον όλεθρο. Αυτή η καταβύθιση δε συνιστά επιλογή, αλλά νομοτέλεια, αφού το ίδιο το έργο κατά την αποπεράτωσή του αποτελεί τεκμήριο καταστροφής, την ταφόπλακα της συνομιλίας του καλλιτέχνη με το δημιούργημα. Κι αυτό εξηγεί το γιατί ως αναπόδραστο, στοιχείο αναπόσπαστο των ίδιων των εκφραστικών μέσων, ανεξαρτήτως της αγωνίας για κατανόηση. Διότι, όπως εμπνευσμένα επισημαίνει ο Χειμωνάς, «Εάν το αίτημα των φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον κόσμο, η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομακτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο

Έτσι, εάν η μορφοποίηση του ακατανόητου του κόσμου μάς βοηθά να το αντέξουμε, η μορφοποίηση του ένδον άλογου μάς παρέχει το μοναδικό μέσο για να αιτηθούμε τον αυτοπροσδιορισμό μας… εγχείρημα θνησιγενές, σύμφυτο με την καταστροφή. Οι οποιοιδήποτε διδαχτικοί απόηχοι μόνο ως παρελκόμενοι μπορούν να λογιστούν. Άλλωστε, τα πλάνα των σκελετωμένων ψυχών κατά την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στα Γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης καλύπτουν πιο αποτελεσματικά αυτόν το διδαχτικό ρόλο. Ίσως το μόνο που θα χρειαζόταν για μια ολοκληρωτική νουθεσία θα ήταν να κρατηθούν τα βλέφαρα ανοιχτά με τη βία, όπως στην περίπτωση του Alex DeLarge… Και τι καταστροφή θα ήταν αυτό! Εν κατακλείδι, η απάντηση στο γιατί και το πώς η τέχνη αναμετράται με την καταστροφή είναι ότι, στην προσπάθεια να συναντηθείς με τον εαυτό, δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί.


85 views0 comments
© Copyright